«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μέγας Βασίλειος πρότυπο πραγματικού ηγέτη!


 
Η Εκκλησία μας γιορτάζει την πρώτη κάθε έτους την μνήμη ενός μεγάλου, του αγίου Βασιλείου, αρχιεπισκόπου Καππαδοκίας. Λαοφίλητος και πολυαγαπημένος άγιος, έχει ταυτιστεί με το θρύλο και την παράδοση του κατ'εξοχήν φιλελεήμονος πατέρα και ιερωμένου αλλά και εμπραγμάτως τέτοιος πολιτεύτηκε και τέτοιος υπήρξε.  Οι παιδαγωγοί τον διεκδικούν για δικό τους, οι ασκητές τον θεωρούν υπογραμμό, οι ελεήμονες υπόδειγμα, οι ρήτορες και οι ποιητές τον αντιγράφουν,οι ιερείς τον έχουν παράδειγμα, οι αδικημένοι σύμμαχο, οι επιστήμονες ομοτράπεζο και διδάσκαλο, οι ιατροί καθηγητή και οι ασθενείς ιατρό,οι φιλόσοφοι κανόνα, ο λαός πατέρα, ηγέτη και προστάτη εν πάσι.

O Mέγας Βασίλειος, γόνος πλουσίας και αριστοκρατικής οικογένειας, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του και τα διαμοίρασε στους φτωχούς. Δεν αναλώθηκε λοιπόν σε απλά κοινωνιστικά και στηλιτευτικά κηρύγματα προς τον άδικο πλούτο,την εκμετάλλευση του φτωχού και του αδικημένου και τις όποιες κοινωνικές ανισότητες(γιατί ο λόγος του περιστρέφεται συχνά γύρω από τα κοινωνικά αυτά προβλήματα με θάρρος, παρρησία και καίρια), αλλά έκαμε την ζωή του ζωντανό ευαγγελικό κήρυγμα και έμπρακτη αγάπη και τον εαυτό του παρανάλωμα αυτοθυσίας και ανακούφισης και του πιό ελάχιστου αδελφού.

Υπερασκητικός ο ίδιος, με μόνη περιουσία πλέον ένα τριμμένο ράσο και λίγα βιβλία, με προσωπική διακονία στον φτωχό,τον άρρωστο,τον αδικημένο, ανήγειρε πλήθος κοινωφελών ιδρυμάτων, την γνωστή "Βασιλειάδα". Και μπορεί, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα , η ανέγερση ενός νοσοκομείου ή ξενώνα ή φιλανθρωπικού ιδρύματος από έναν επίσκοπο -δεσπότες τους λέμε σήμερα- ή έναν κοινωνικό λειτουργό-σήμερα λέγονται άρχοντες και αφεντικά και σε ένα παραλήρημα κολακείας ηγέτες- να μην φαντάζει τόσο σπουδαία υπόθεση, αλλά η ανέγερση ενός πλήρους εξοπλισμένου νοσοκομείου, η ίδρυση συσιτίων και πτωχοκομείων ήταν κάτι πρωτοφανές για την εποχή, ακόμα και για το ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος. Και όλα αυτά διωκόμενος για την ορθοδοξία, κακουχούμενος, ασθενής εμπύρετος και απολύτως νήστις και ακτήμων.Βασιλείς εστηλίτευσε,απειλές δέχτηκε,κολακείες απέκρουσε,τις αιρέσεις εφίμωσε,τον φτωχό διακόνησε.

Το παράδειγμα του αγίου Βασιλείου μας γεννά κάποιες επίκαιρες σκέψεις και ουσιαστικούς άμεσους προβληματισμούς. Η χριστιανικη διδασκαλία θέλει τους εκκλησιαστικούς ηγέτες, αλλά και τους πολιτικούς άρχοντες, εκλεγμένους και μη, διορισμένους από τον Θεό, στα μέτρα των αρχομένων, ακόμα και αυτούς τους αθέους ή εκκλησιομάχους άρχοντες. Αυτό όμως αποτελεί ευθύνη τεράστια στους ώμους τους. Είναι εδώ για να διακονήσουν  πένητες τους συμπένητες και ασθενείς τους ομοιοπαθείς και όχι για να διακονηθούν καταδυναστευτικά και με συβαριστισμό. Είναι εδώ για να επιλύσουν προβλήματα και όχι να τα περιπλέξουν ή να δημιουργήσουν άλλα. Οι άρχοντες ημών χρέος έχουν να αποκτήσουν παρρησία και θάρρος απέναντι στις προκλήσεις,τις παρεμβάσεις των ξένων παραγόντων, όπως ο Βασίλειος έναντι του Μόδεστου και του Ουάλη και του Ιουλιανού του Παραβάτη. Οι άρχοντες μας είναι εδώ για να μοιραστούν το ψωμί τους με τον νηστικό και αν μπορούν να μείνουν οι ίδιοι νηστικοί για να εξασφαλίσουν το απαραίτητο σε αυτόν που ζεί σε ένδεια.Καλούνται να φορέσουν τον τρίβωνα και τον σάκκο γιατί ανάμεσα μας ζούν οι γυμνοί και να βαδίσουν πεζοί και με σεμνότητα γιατί πλάι μας επιβιώνουν οι ανάπηροι και οι ταπεινοί.

Ο Μέγας Βασίλειος "πήρε πάνω του την ανημπόρια όλου του κόσμου" , όπως θα έλεγε ο προφήτης της ρωμηοσύνης Οδυσσέας Ελύτης. Πίστεψε βαθιά στον ευαγγελικό λόγο της απέραντης αγάπης. Θεώρησε πως δεν είχε το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του ευτυχισμένο,καθησυχασμένο, ΑΥΤΑΡΚΗ και το χειρότερο δυνάστη , δεσπότη και ανώτερο των όλων. Γι'αυτό και έδωσε την σάρκα και το αίμα του για να ζήσουν οι άσαρκοι και οι οι άναιμοι και οι ενδεείς, όπως ο Δεσπότης Χριστός πέθανε στον σταυρό για να αναστηθούν οι νεκροί και οι απεγνωσμένοι.
Γι'αυτό το τέλος του Μεγάλου Βασιλείου ήταν πρόωρο. Κοιμήθηκε σε ηλικία 49 ετών από τις κακουχίες και κυρίως από την ΑΥΤΟΠΡΟΣΦΟΡΑ την ανύσταχτη και την ανιδιοτελή. ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ! ΕΚΕΙ ΑΦΗΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΤΟΥΣ ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ. 

Καλούνται λοιπόν οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες να πάρουν επιτέλους την ευθύνη στις πλάτες τους, αντι να καταδυναστεύουν τον λαό και να μεταθέτουν τις ευθύνες ηθικές και υλικές στους απλούς,τους πολλούς και τους αδύναμους.

Κύριοι της εξουσίας καλείστε από τον ΛΑΟ του Θεού να ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ.Καλείστε να αναλάβετε την πλήρη ευθύνη της κρίσεως, οικονομικής και ηθικής, να ματώσετε και να παραδώσετε το πνεύμα στην μάχη ή να πεθάνετε. Φτάνει πια η μετάθεση ευθύνης και των βαρέων στους πολλούς. Αν δειλιάζεται μπροστά στον Γολγοθά να ΠΑΤΕ ΣΠΙΤΙΑ σας , για να παραλάβει το άροτρο και τα ηνία ο πιό άξιος. Ο πραγματικός ηγέτης πεθαίνει για τον λαό του, δεν επιβιώνει πάνω στο πτώμα του λαού του, δεν κτίζει μια ζωή υπεροχής πάνω στις πλάτες των εξουθενημένων και κυρίως ματώνει και αυτοαναλώνεται γι'αυτούς. Όποιος ηγέτης δεν μπορέσει κάτι τέτοιο ας θεωρείται αποτυχημένος, καθαιρετέος και απόβλητος.

Ο Μέγας Βασίλειος ας αποτελεί παράδειγμα για όλους μας.

Καλή φώτιση.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2011/12/blog-post_6138.html#ixzz1i75Zz2OI

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ


            Ἡ Ἐκκλησία, ἀγαπητοί ἀδελφοί, κάνοντας χρήση τῆς διακριτικῆς αὐθεντίας της ἀπέδωσε σέ πολύ λίγα ἀπό τά παιδιά της τήν προσωνυμία Μέγας.  Ἕνα τέτοιο πρόσωπο ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας.  Ὁ Βασίλειος γεννήθηκε κατά πᾶσα πιθανότητα στή Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, τό ἔτος 330 μ.Χ.  Ὁ πατέρας του, Βασίλειος, καταγόταν ἀπό τόν Πόντο καί ἡ μητέρα του Ἐμμελία ἀπό τήν Καππαδοκία.  Τά δύο γενεαλογικά δέντρα εἶχαν ἀριστοκρατική καταγωγή καί τόν ἴδιο δρόμο ἀκολούθησαν καί οἱ  ἀπόγονοί τους. 

            Ἡ οἰκογένεια τοῦ Βασιλείου ἦταν πολύτεκνη, ἀφοῦ εἶχε πέντε θυγατέρες καί τέσσερις υἱούς.  Ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή, ἡ Μακρίνα, ἐγένετο μοναχή μέ τή φερώνυμη γιαγιά της.  Τρεῖς ἀπό τούς υἱούς ἐγένοντο Ἐπίσκοποι καί ἕνας μοναχός.  Μεταξύ τῶν προγόνων του ὑπῆρχαν μάρτυρες τῆς πίστεως.  Αὐτός σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ὀρφάνεψε ἀπό πατέρα καί ἔτσι ἡ φροντίδα τῆς ἀνατροφῆς καί μορφώσεως ὅλων τῶν παιδιῶν παρέμεινε στήν εὐθύνη τῆς εὐσεβεστάτης μητρός των.  Ὁ πατέρας τοῦ Βασιλείου ὑπῆρξε διδάσκαλος καί ρήτορας, κάποιοι δέ πιστεύουν ὅτι ἦταν καί ἱερέας. 

            Ὁ Βασίλειος σπούδασε στά καλύτερα κέντρα τῶν γραμμάτων τῆς ἐποχῆς του.  Τέτοια ἦταν ἡ Καισάρεια, ἡ Κωνσταντινούπολη καί ἡ Ἀθήνα.  Ἐκεῖ ἔτυχε λιπαρᾶς παιδείας ἀπό διακεκριμένους δασκάλους.  Στήν Καισάρεια γνώρισε τόν κατόπιν διά βίου φίλο του Γρηγόριο τόν Ναζιανζηνό, τοῦ ὁποίου ἡ φιλία συνεχίσθηκε στήν Ἀθήνα καί ὑπῆρξε  παροιμιώδης.  Ἐκεῖ γνώρισε ἐπίσης τόν Ἰουλιανό τόν Παραβάτη. 

            Ὁ Βασίλειος διηκόνησε τήν Ἐκκλησία ἀπό τή θέση τοῦ διακόνου, τοῦ ἱερέως καί γιά μιά πενταετία ὡς Ἐπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, διαδεχθείς τόν Εὐσέβιο Καισαρείας.  Ἡ ποιμαντική του ἐργασία διεκρίθη στή φιλανθρωπία καί στήν καλλιέργεια τῶν γραμμάτων.  Τό φιλανθρωπικό του ἔργο μεσουράνησε μέ τή δημιουργία τοῦ συγκροτήματος τῆς γνωστῆς ὡς Βασιλειάδας, ἡ ὁποία ἐκάλυπτε σχολές ὀρφανῶν, οἴκους προστασίας τῶν γυναικῶν, συσσίτια διατροφῆς τῶν πτωχῶν καί νοσοκομεῖα νοσηλείας τῶν ἀσθενῶν.  Ἐπιπρόσθετα σώζεται πλῆθος κειμένων θεολογικῶν καί ἐπιστολῶν, οἱ ὁποῖες ἀπευθύνονται σέ ἰδιῶτες καί κληρικούς καί καλύπτουν πλῆθος θεμάτων. 
3
Ἡ θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἀποδίδεται στό Μέγα Βασίλειο, τελεῖται δέκα φορές τό χρόνο.  Αὐτές εἶναι τήν πρώτη Ἰανουαρίου, ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Ἁγίου, τίς πέντε πρῶτες Κυριακές τῆς Ἁγίας καί Μ. Τεσσαρακοστῆς, τήν Ἁγία Πέμπτη, τό Ἅγιο Σάββατο, τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Φώτων.  Πρόκειται γιά ἕνα βαθυστόχαστο καί θεολογικώτατο κείμενο.

            Νά παρατηρήσουμε δέ, ὅτι τήν ἡμέρα τῆς ταφῆς τοῦ Ἁγίου ἡ κοσμοσυρροή ὑπῆρξε τόση, ὥστε ἀπέθαναν ἄνθρωποι κάτω ἀπό τήν πίεση τοῦ πλήθους.  Ὁ Βασίλειος συνεορτάζεται στίς 30 Ἰανουαρίου, μαζί μέ τούς Ἱεράρχας Γρηγόριο τό Θεολόγο καί Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, ὡς προστάτες τῶν Ἑλληνικῶν καί Χριστιανικῶν γραμμάτων.

            Ὁ Βασίλειος ἐργάσθηκε σκληρά καί συστηματικά γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου, οἱ ὁποῖες συνεχίσθησαν μετά τήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἐπίσης μέ τήν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τῶν Πνευματομάχων.  Αὐτός συνέβαλε πολύ στήν προετοιμασία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν ὁποία ὅμως δέν ἀξιώθηκε νά χαρεῖ, γιατί τόν πρόλαβε ὁ θάνατος σέ ἡλικία μόλις 49 ἐτῶν.  Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!


Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Εις την Κυριακήν μετά τα Χριστούγεννα,την Σύναξη της Θεοτόκου και τον άγιο Στέφανο



Αδελφοί μου χριστιανοί,
Η σημερινή Κυριακή ονομάζεται Κυριακή μετά τήν Χριστού Γέννησιν, διότι συμπίπτει ακριβώς μετά τά Χριστούγεννα. Καί τό Συναξάριον γράφει επιγραμματικά: «Τη Κυριακή μετά τήν Χριστού Γέννησιν μνήμην επιτελούμεν των Αγίων Θεοπατόρων Ιωσήφ του Μνήστορος της Αγίας Παρθένου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, Ιακώβου του Αδελφοθέου καί Δαβίδ του Προφήτου καί Βασιλέως».
Ευθύς τήν πρώτην Κυριακήν μετά τά Χριστούγεννα η Εκκλησία τιμά καί μνημονεύει τόν Ιωσήφ τόν Μνήστορα, ο οποίος διετάχθη από τήν Πρόνοιαν του Θεού νά προστατεύση τήν Παρθένον Μαρίαν, τόν ῞Αγιον Ιάκωβον, ως πρώτον Επίσκοπον της Εκκλησίας καί τόν Προφήτην καί Βασιλέα Δαβίδ, εκ του γένους του οποίου κατήγετο η Παρθένος Παναγία. Χαρακτηριστικά γράφεται εις τό Συναξάριον, ότι «Τιμώ Ιωσήφ μνήστορα της Παρθένου, ως εκλεγέντα φύλακα ταύτης μόνον». Τιμάται ο Ιωσήφ ως φύλακας της παρθενίας της Θεοτόκου καί μόνον καί ως προστάτης της Παναγίας καί του θείου Βρέφους, κατ επιταγήν του Θεού.
Η τιμητική ημέρα της Κυρίας Θεοτόκου είναι ακριβώς η επομένη ημέρα των Χριστουγέννων, η 26η Δεκεμβρίου, η οποία ονομάζεται «η Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου», δηλαδή προσκαλούνται οι χριστιανοί νά συναχθούν τήν επομένην των Χριστουγέννων, διά νά τιμήσουν καί δοξολογήσουν τήν αειπάρθενον Κόρην, η οποία ηξιώθη νά φέρη εις τά σπλάχνα της αυτόν τόν Θεόν καί νά τόν γεννήση τέλειον Θεόν καί τέλειον Ανθρωπον, χωρίς αμαρτίαν, τόν Θεάνθρωπον καί Φιλάνθρωπον Κύριον καί Θεόν καί Σωτήρα του κόσμου.
Ο ῞Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει εις τόν Συναξαριστήν του:
Ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ ήτο υιός Ιακώβ, υιού του Ματθάν καί ήτο απόγονος του Δαβίδ από τήν φυλήν Ιούδα. Νέος ενυμφεύθη μέ τήν Σαλώμην καί απέκτησαν επτά παιδιά, των οποίων τά ονόματα είναι: Ιάκωβος, Ιωσής, Ιούδας καί Σίμων, Εσθήρ, Μάρθα καί Σαλώμη.
Γέρων πλέον, κατά θείαν πρόνοιαν, έγινε μνήστωρ της Παρθένου Μαρίας, ολίγον καιρόν πρό του Ευαγγελισμού της. Καί ετάχθη ως φύλακας της παρθενίας της Παναγίας καί προστάτης της. Αυτήν τήν επιταγήν του Θεού εφύλαξεν άριστα ο Ιωσήφ, διά τούτο καί τιμάται από τήν Εκκλησίαν.
Ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος ήτο ο πρώτος υιός του Ιωσήφ από τήν Σαλώμην, καί έγινε ο πρώτος Επίσκοπος των Ιεροσολύμων, Επίστευσεν εις τόν Χριστόν, μετά τήν ανάληψιν του Ιησού Χριστού καί κατ αποκάλυψιν αυτού του Ιησού Χριστού, καθώς καί τά άλλα παιδιά του Ιωσήφ. Τόν Ιάκωβον τόν έρριψαν οι Ιουδαίοι από τό πτερύγιον του Ναού καί τόν εσκότωσαν.
Ο Προφήτης καί Βασιλεύς Δαβίδ είναι καί απεδείχθη η επισημοτέρα καί δραματικωτέρα μορφή της ιστορίας του Ισραήλ, μέσα εις μίαν οδυνηράν καί εμπεριστατωμένην πορείαν, πιστός εις τόν Θεόν καί μέ αγνά αισθήματα πρός τόν λαόν. Ελυτρώθη από τά φοβερά δεινά καί τίς αμαρτίες του μέ τήν μεγάλην ταπείνωσιν καί τήν μετάνοιαν του, τήν οποίαν καταγράφει εις τόν 50ον Ψαλμόν του Ψαλτηρίου του, τό οποίον παραμένει απαράμιλλον ως λογοτεχνία, ως ποίησις, ως φιλολογία, ως θερμή προσευχή καί ανάτασις πρός τόν Θεόν, ως ένα θεόπνευστον Κείμενον, τό οποίον μεταφέρει τήν ψυχήν του ανθρώπου μέ τόσην δύναμιν μέσα εις τήν Χάριν του Θεού.
Η Εκκλησία ιδιαιτέρως τιμά τόν Προφήτην καί Βασιλέα Δαβίδ, κατά τήν σημερινήν Κυριακήν, διά νά τονίση τήν κατ άνθρωπον καταγωγήν του Ιησού Χριστού καί ακόμη νά διδάξη, ότι τόν Δαβίδ τόν εκαθάρισαν από τήν αμαρτίαν του οι πολλές θλίψεις του, τόν απέπλυναν τά νάματα της μεγάλης καί συγκινητικής μετανοίας του, καί τά δάκρυα της θερμής καί ειλικρινούς προσευχής του. Ομολογεί καί προσεύχεται καί ικετεύει. « Ημάρτηκα τώ Κυρίω. Ελέησον με ο Θεός κατά τό μέγα έλεος σου καί κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον τό ανόμημα μου».
Αυτά τα Μηνύματα μάς προσφέρει σήμερα η Εκκλησία μας κατά τήν Κυριακήν αυτήν, μετά τήν Χριστού Γέννησιν, καί επικαλείται τήν χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καί τήν κραταιάν προστασίαν της Κυρίας ημών Θεοτόκου επί πάντας.
Σήμερα συμπίπτει καί η Εορτή της ιεράς Μνήμης του πρώτου Μάρτυρος της Εκκλησίας, του Αγίου Πρωτομάρτυρος καί Πρωτοδιακόνου Στεφάνου.
Ο ῞Αγιος Στέφανος είναι ο πρώτος των επτά Διακόνων της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, τούς οποίους εξέλεξαν οι Απόστολοι, διά νά αναλάβουν τό φιλανθρωπικόν καί κοινωνικόν έργον της Εκκλησίας. Αλλά ο ῞Αγιος Στέφανος ανεδείχθη ιδιαιτέρως δυνατός εις τό Κήρυγμα υπέρ του Εσταυρωμένου καί Αναστάντος Κυρίου καί εις τόν έλεγχον των Ιουδαίων, τούς οποίους κατετρόπωσε μέ τήν δύναμιν του λόγου του, καί όπως γράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων, δέν ημπορούσαν όλοι οι εναντίον του νά αντισταθούν εις τό πνεύμα καί τήν σοφίαν του Στεφάνου.
Καί όταν είδαν οι Ιουδαίοι, ότι είναι ανίκανοι νά νικήσουν τόν Στέφανον, κατέφυγον εις τό ψεύδος, τήν διαβολήν, τήν σπερματολογίαν καί τήν συκοφαντίαν. Ετσι τόν ωδήγησαν εις τό Συνέδριον καί τόν κατεδίκασαν εις τό μαρτύριον του λιθοβολισμού. Εκεί ο Στέφανος ωμίλησε, μέ τόν υπέροχον λόγον της ακραδάντου πίστεως του πρός τόν Ιησούν, κατήγγειλε τούς Ιουδαίους ως φονείς των Προφητών καί ως Χριστοκτόνους καί τούς εκάλεσε νά μετανοήσουν. Καί κατά πρόσωπον όλων επέρριψε τό στίγμα, ότι υπήρξαν προδόται καί φονείς του Δικαίου, του οποίου τήν έλευσιν είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες. Εκεί τόν είδαν όλοι νά λάμπη τό πρόσωπον του ωσεί πρόσωπον Αγγέλου.
Ο ῞Αγιος Στέφανος έπεσε κάτω από τόν λιθοβολισμόν των χριστοκτόνων Ιουδαίων προσευχόμενος. «Κύριε Ιησού, δέξου τό πνεύμα μου. Κύριε, μή στήσης αυτοίς τήν αμαρτίαν ταύτην».
« Εμεινε πιστός άχρι θανάτου καί έλαβε τόν στέφανον της ζωής». Η Εκκλησία τόν τιμά ως Πρωτομάρτυρα του Χριστού καί προσφέρει τό μαρτυρικόν παράδειγμα του, ως τρόπον ζωής δι όλους τούς χριστιανούς, οι οποίοι καλούμεθα νά μένωμεν πιστοί μέχρι θανάτου. Αμήν.


 http://vatopaidi.wordpress.com/2010/12/26/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B9%CF%89%CF%83%CE%AE%CF%86/#more-59478

ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ(εις τον μνήστορα Ιωσήφ τον δίκαιον)


«Ιωσήφ υιός Δαβίδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου το γάρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν αγίου» (Ματθ. 1, 20)
 

Θαύμα θαυμάτων

Για κάποιον υπηρέτη, αγαπητοί, για κάποιον υπηρέτη θα μιλήσουμε. Για κάποιον πιστό υπηρέτη κάποιου μεγάλου βασιλιά. Ποιος ο βασιλιάς; Είναι εκείνος, για τον οποίον ρώτησαν οι τρεις μάγοι σαν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα: «Πού εστίν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων;» (Ματθ. 2, 2). Είναι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων. Ο Κύριος και Θεός μας. Ο Κύριος, που «έλαβε δούλου μορφήν» και ενανθρώπησε. Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού.

Θαύμα μέγα η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, θαύμα υπερφυές και εξαίσιο, θαύμα θαυμάτων. Το βλέπει το θαύμα αυτό αιώνες προ Χριστού ο Βαρούχ και λέει: «Ο Θεός επί της γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. 3, 38). Το βλέπει ο προφήτης Ησαΐας και λέει: «Παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν... και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ήσ. 9, 6). Το βλέπει ο ευαγγελιστής Ιωάννης και λέει: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ίωάν. 1, 14). Το βλέπει ο απόστολος Παύλος και λέει: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. 3, 16). Το βλέπουν το θαύμα αυτό οι ιεροί υμνογράφοι και λένε: «Θεός το τεχθέν, η δε μήτηρ παρθένος». «Ο ων και προών και φανείς ως άνθρωπος Θεός, ελέησον ημάς». Το βλέπουν το θαύμα αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας και πλέκουν με τα ωραιότερα λόγια και τις ωραιότερες εικόνες λόγους ρητορικούς για τη θεία ενανθρώπηση. Βλέπει το θαύμα αυτό ιδίως ο Μέγας Αθανάσιος και γράφει το περίφημο έργο του περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου.
Εορτή εορτών, πρώτη των εορτών, μητρόπολις των εορτών, ονομάζεται η γιορτή των Χριστουγέννων, θαύμα θαυμάτων το γεγονός, που ο άγγελος αναγγέλλει και σε μάς, «ότι ετέχθη ημίν σήμερον σωτήρ» (Λουκ. 2, 11). θαύμα θαυμάτων.

Υπηρέτες του θαύματος
1. Οι προπάτορες τον Χριστού
Και το θαύμα αυτό βλέπουμε να το υπηρετούν πολλοί. Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής προ των Χριστουγέννων βλέπουμε πολλούς υπηρέτες του υπερφυσικού θαύματος. Άλλοι απ’ αυτούς είναι ακούσιοι υπηρέτες και όργανα της βουλής του Θεού για την πραγμάτωση του σχεδίου της θείας οικονομίας, και άλλοι είναι εκούσιοι υπηρέτες του μεγάλου, του μοναδικού γεγονότος.

Ποιοι είναι οι ακούσιοι υπηρέτες; Παρελαύνουν μπροστά μας. Πόσα ονόματα ακούμε στο Ευαγγέλιο της Κυριακής προ των Χριστουγέννων, πούνε η αρχή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου; Απ’ τον Αβραάμ αρχίζει η γενεαλογία του Ματθαίου και καταλήγει στον Ιωσήφ. Ονόματα παράξενα, άλλα γνωστά απ’ την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης κι άλλα άγνωστα ονόματα, που τ’ ακούει κανείς ανιαρά κάπως και λέει: -Και τι εξυπηρετεί η απαρίθμηση τόσων ονομάτων; Τι ωφελούμεθα ακούγοντας αυτά τα ονόματα;
Όλοι αυτοί, άντρες και γυναίκες, που ακούμε τα ονόματα τους την Κυριακή προ των Χριστουγέννων, υπήρξαν ακούσιοι υπηρέτες του θαύματος της γεννήσεως του Λυτρωτού και Σωτήρος Ιησού Χριστού. Όλοι αυτοί, χωρίς οι πιο πολλοί να το ξέρουν, υπηρέτησαν το θείο και προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Όλοι αυτοί μαζί αποτελούν το γενεαλογικό δέντρο, απ’ όπου άνθισε το ουράνιο άνθος, ο Χριστός. «Άνθος εκ της ρίζης Ιεσσαί...». Όλοι αυτοί αποτελούν τους Προπάτορας, τους προγόνους του Χριστού κατά σάρκα. Είναι οι πατέρες, «εξ ων ο Χριστός το κατά σάρκα, ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. 9, 5).
Υπηρέτες του θαύματος της Γεννήσεως όλοι όσους αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Και υπηρετούν αυτό το θαύμα και κατά ένα άλλο τρόπο. Η παράθεση των ονομάτων αυτών, οι ισάριθμες γενεές, 14 από Αβραάμ μέχρι Δαβίδ, 14 από Δαβίδ μέχρι Βαβυλώνιο αιχμαλωσία, και 14 από Βαβυλώνιο αιχμαλωσία μέχρι Ιωσήφ, είναι μια τρανή απόδειξη για τους Ιουδαίους αλλά και για τους χριστιανούς, πως ο Χριστός είχε προφητευθεί στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας.

2. Η Παρθένος
Υπηρέτες ακούσιοι του θαύματος της Γεννήσεως όλοι όσοι αναφέρονται τα ονόματα τους στην αρχή της ευαγγελικής περικοπής. Και εκούσιοι υπηρέτες; Πρώτα - πρώτα εκείνη που υποτάχθηκε πρόθυμα στο μήνυμα, στην προσταγή του Κυρίου την ημέρα του Ευαγγελισμού. «Ιδού η δούλη Κυρίου- γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1, 38). Είναι η παρθένος Μαρία. Προσφέρει τον εαυτό της εκούσια στην εξυπηρέτηση του μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως. Γίνεται θρόνος του Θεού, κατοικητήριο του Λόγου του Θεού, ναός της θεότητος. «Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον,... θρόνον χερουβικόν την παρθένον». Υπηρέτης του θαύματος η παρθένος, και συγχρόνως βασίλισσα, μητέρα του παμβασιλέως Χριστού.

3. Ο άγγελος
Υπηρέτης του θαύματος ποιος άλλος; Νάτος! Έχει ξεκινήσει από πολύ μακριά για να υπηρετήσει το παράδοξο θαύμα. Έρχεται απ’ τα ουράνια δώματα. Είναι ο άγγελος.
Και στις δύο διηγήσεις της γεννήσεως του Χριστού, και στη διήγηση του ευαγγελιστού Ματθαίου και στη διήγηση του ευαγγελιστού Λουκά, βλέπουμε νάρχωνται άγγελοι για να διακονήσουν το μέγα μυστήριο. Οι άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Έβρ. 1, 14). Πώς λοιπόν τώρα, που με τη σάρκωση του Λόγου παίρνει σάρκα και οστά και το όραμα της σωτηρίας του ανθρώπου, πώς τώρα, που αρχίζει στη γη το έργο της σωτηρίας, να μη σπεύσουν οι άγγελοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους; Ο Βασιλεύς κατέρχεται απ’ τον ουρανό, οι ουράνιες δυνάμεις τον συνοδεύουν. Άγγελος Κυρίου έρχεται να διακονήσει, να υπηρετήσει. Έρχεται, πότε να ευαγγελισθεί στην παρθένο πως θα γίνει μητέρα του Θεού και Λόγου, πότε να προειδοποιήσει τον Ιωσήφ και να τον καθοδηγήσει στις δύσκολες στιγμές των αμφιβόλων λογισμών, πότε να προειδοποιήσει τους μάγους και να χαράξει την πορεία τής επιστροφής στην πατρίδα τους, πότε να αναγγείλει στους βοσκούς το μήνυμα της Γεννήσεως, και πότε έρχεται πλήθος, στρατιά ουράνια από αγγέλους να τραγουδήσουν και να ψάλλουν το «Δόξα εν υψίστοις θεώ...»

Αλλά αδελφοί μου, θα ήθελα περισσότερο να επιμείνω στο πρόσωπο κάποιου άλλου υπηρέτη του θαύματος της Γεννήσεως. Ποιος είναι; Είναι ένας αφανής υπηρέτης. Το θείο φως χύνεται στο πρόσωπο του θείου Βρέφους, που ελκύει την προσοχή των πιστών. Ο Χριστός είναι το πρώτο φως, το Αρχίφως. Ύστερα το θείο φως χύνεται στο πρόσωπο της παρθένου και μητέρας του Φωτός. Αυτή είναι το δεύτερο φως μετά το πρώτο. Μα μέσα στο φεγγοβόλημα αυτό, που θαμπωμένοι προσέχουμε το Βρέφος και την αγνή μητέρα, λησμονούμε να προσέξουμε κάποιο άλλο πρόσωπο, που παραστέκει ταπεινά με μία ουράνια σοβαρότητα και υπηρετεί το θαύμα των θαυμάτων. Είναι ο Ιωσήφ. Υιός Δαβίδ ο Ιωσήφ, είναι το τελευταίο κλωνάρι του γενεαλογικού δέντρου του Χριστού ως ανθρώπου.

Ποιος είναι ο Ιωσήφ; Ποιος ο ρόλος του στο έργο της θείας ενανθρωπήσεως; Είναι ο μνήστωρ της παρθένου. Ο μνήστωρ, όχι ο σύζυγος. Ποτέ δεν έγινε σύζυγος. Ήταν μνήστωρ, και στη συνέχεια έγινε κηδεμόνας και προστάτης. «Μνηστευθείσης γάρ της μητρός αυτού (του Ιησού) Μαρίας τω Ιωσήφ...». Όσο κι αν ασεβείς φαντασίες οργιάζουν, όσο κι αν ασεβείς και βλάσφημες πέννες γράφουν ανόητα και βέβηλα πράγματα, το γεγονός είναι ένα: Ο Ιωσήφ υπήρξε απλώς μνήστωρ, ποτέ σύζυγος.

Στο σχέδιο της θείας οικονομίας ήταν, ο Ιωσήφ ν’ αναδειχθεί προστάτης μιας παρθένου κόρης και ενός θείου Βρέφους. Μνήστωρ λοιπόν ο Ιωσήφ. Τι άλλο ήταν; Δίκαιος. Άνθρωπος δηλαδή με αρετή μεγάλη. Για κοιτάξτε τον. «Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν». Τι μεγαλείο ψυχής κρύβουν τα λόγια αυτά! Δίκαιος, ενάρετος. Σεβόταν το νόμο του Θεού, μα συμπαθούσε και τον άνθρωπο που νόμιζε πως καταπάτησε το νόμο αυτό.

Μπροστά του βλέπει ένα γεγονός. Η κόρη πούνε κοντά του έχει «συλλάβει εν γαστρί». Τα ανθρώπινα μάτια του αυτό βλέπουν. Και μέσα του παλεύουν δύο λογισμοί. Ο ένας είναι να τηρήσει το νόμο, που τιμωρούσε παρόμοια γεγονότα. Ο άλλος είναι να καλύψει την κόρη. Όχι, δεν θέλει να την διαπομπεύσει, δεν θέλει να την εκθέσει. Ναταν άλλος στη θέση του! Νάταν κάποιος απ’ τους άντρες της εποχής μας, που, ενώ αυτοί οργιάζουν στην αμαρτία, είναι έτοιμοι να δείξουν όλη τη σκληρότητα τους στη γυναίκα που παραστράτησε! Σαν παραστράτημα φάνηκε στα μάτια του Ιωσήφ το γεγονός της κυοφορίας της παρθένου. Εν τούτοις δεν θέλει να τη διαπομπεύσει. Σαν κάτι να του λέει μέσα του, πως η κόρη αυτή δεν μπορούσε ποτέ νάνε ένοχος.

Προστάτης της Παρθένου
Μα ενώ παλεύει μ’ αυτούς τους λογισμούς ο Ιωσήφ, να κι έρχεται ο άγγελος να του ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Δίκαιος και ενάρετος όπως ήταν, αξιώνεται να δει ουράνια οπτασία. Μόνο άγιοι και απλοί στην ψυχή αξιώνονται να βλέπουν όνειρα καλά, να παίρνουν θεία μηνύματα Κι ο Ιωσήφ δείχνει τώρα το σπουδαιότερο μεγαλείο του. Υπήρξε σεμνός μνήστωρ, υπήρξε δίκαιος και συμπαθής, μα περισσότερο υπήρξε υπηρέτης του θαύματος.

Νατος ο άγγελος. Τον καθησυχάζει στην αρχή: «Μη φοβού». Στη συνέχεια του μιλάει για την υπερφυσική σύλληψη και γέννηση του Βρέφους: «Το γάρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου». Του αποκαλύπτει το όνομα του παιδιού που θα γεννηθεί: «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησού». Και ερμηνεύοντας το όνομα του Βρέφους δηλώνει και τη μεγαλειώδη αποστολή του: «Αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Και εκτός από αυτά τον προστάζει ο άγγελος να δείξει όλη την προστασία του για το θείο Βρέφος και τη μητέρα του: «Ιωσήφ υιός Δαβίδ, μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου...».

Αυτά του είπε ο άγγελος στον ύπνο του. Κι ο Ιωσήφ; Θαυμάστε πίστη, θαυμάστε υπακοή. Η πίστη του και η υπακοή του μεγαλύτερες από την πίστη και την υπακοή του Αβραάμ. Ο Αβραάμ πίστεψε στην υπόσχεση του Θεού πως θ’ αποκτούσε παιδί. Το παιδί αυτό θα γεννιόταν μεν από γυναίκα στείρα, μα όχι «άνευ σποράς». Ενώ ο Ιωσήφ πίστεψε αμέσως στα λόγια του αγγέλου, πως η κόρη πούνε κοντά του «συνέλαβεν άνευ σποράς» κι ότι είναι παρθένος, αγνή. Πίστεψε, κι αμέσως έκανε ο,τι του είπε ο άγγελος. «Διεγερθείς ο Ιωσήφ από του ύπνου εποίησεν ως προσέταξεν αυτώ ο άγγελος Κυρίου και παρέλαβε την γυναίκα αυτού».

Δύο διδάγματα
Αγαπητοί! Δύο ηθικά διδάγματα θα ήθελα να κρατήσουμε απ’ τη στάση του Ιωσήφ. Το ένα. Εκείνος υπήρξε προστάτης της παρθένου και προστάτης του βρέφους, του παιδιού. Παρθενία και παιδιά, να δύο πράγματα, που ζητούν στις μέρες μας προστασία. Και τα δύο καταδιώκονται. Η παρθενία; Όλα τα όπλα έχει επιστρατεύσει ο Διάβολος για να την καταργήσει, να σβήσει η παρθενία, για να μην υπάρχει κανένας νέος παρθένος, καμιά νέα παρθένος. Πούνε οι άνθρωποι που θα παίξουν το ρόλο του Ιωσήφ και θα προστατέψουν την παρθενία και θα σταθούν φρουροί και θα εμποδίσουν όλους εκείνους που έρχονται με άγριες διαθέσεις να κόψουν και να μαράνουν το ωραίο λουλούδι της παρθενίας;

Και τα παιδιά; Ποιος θα προστατέψει τα παιδιά, και μάλιστα απ’ τα χέρια εκείνων, που σαν σύγχρονοι Ηρώδες με κυνική αδιαφορία τα σκοτώνουν και δεν τα αφήνουν νάρθουν στο φως του ήλιου; Πού είσαι, Ιωσήφ, να προστατέψεις τα δικαιώματα των παιδιών για τη ζωή, να προστατέψεις τα παιδιά απ’ τους μύριους κινδύνους της εποχής μας;

Αλλά αγαπητοί και μία ακόμη τελευταία, μυστικότερη σκέψη θα ήθελα να κάνουμε. Ο Ιωσήφ παρέλαβε το μικρό βρέφος, τον Ιησού. Αυτό το θείο Βρέφος παραλαμβάνει μέσα του και κάθε πιστός. Κάθε φορά που κοινωνεί αξίως τα Άχραντα Μυστήρια παίρνει το Χριστό μέσα του, η ψυχή του γίνεται ιερό σπήλαιο. Πολλοί τις μέρες των Χριστουγέννων πηγαίνουν να κοινωνήσουν. Αλλά ας προσέξουμε. Ο Ιωσήφ άκουσε μήνυμα του αγγέλου και παρέλαβε το Χριστό. Όλοι όσοι τρέχουν να κοινωνήσουν τις μέρες των Χριστουγέννων έχουν μέσα τους τη μαρτυρία να τους λέει πώς είναι έτοιμοι, καθαροί, για να παραλάβουν το Χριστό; Ακούνε μέσα τους φωνή αγγελική να τους λέει «Προσέλθετε;». Έχουν όλοι περάσει απ’ το λουτρό της Εξομολογήσεως; Αν όχι, ας μην προσέλθουν. Φωτιά θα είναι η θεία Κοινωνία. Μπορεί να ποθείς. Αν όμως δεν είσαι έτοιμος, ας μη πλησίασης. Ας αναβάλεις για μετά τα Χριστούγεννα.
Όσοι πιστοί και προετοιμασμένοι, προσέλθετε τα Χριστούγεννα Προσέρχεσθε συχνά. Παραλαμβάνετε το Χριστό στην ψυχή σας. Κοινωνώντας αξίως η ψυχή γίνεται ιερό σπήλαιο της Βηθλεέμ.
 
ΑΡΧΙΜ. ΔΑΝΙΗΛ ΑΕΡΑΚΗ
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ
 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης εἰς τὸ ἄχραντον καὶ θεῖον Γενέθλιον τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὰ νήπια ποὺ ἐφονεύθησαν εἰς τὴν Βηθλεὲμ ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη.

Βλέποντας λοιπὸν τὸ σπήλαιο στὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ὁ Δεσπότης, φέρε στὸν νοῦ σου τὸν σκοτεινὸν καὶ ὑπόγειον βίο τῶν βίο τῶν ἀνθρώπων, στὸν ὁποῖον ἔρχεται αὐτὸς ποὺ φανερώνεται στοὺς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένους». Καὶ περιτυλίσσεται σφιχτὰ μὲ σπάργανα αὐτὸς ποὺ ἔχει φορέσει τὰ δεσμὰ τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτιῶν. Ἡ δὲ φάτνη εἶναι ὁ σταῦλος τῶν ἀλόγων ζώων. Σ᾿ αὐτὴν γεννᾶται ὁ Λόγος, ὥστε νὰ «γνωρίσῃ ὁ βοῦς τὸν κτησάμενον (τὸν ἰδιοκτήτην του) καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ». Βοῦς εἶναι αὐτὸς ποὺ εὑρίσκεται στὸν ζυγὸν τοῦ Νόμου, καὶ ὄνος τὸ ἀχθοφόρον ζῶο ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ τὴν ἁμαρτία τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλὰ ἡ κατάλληλος γιὰ τὰ ἄλογα τροφὴ καὶ ζωὴ εἶναι τὸ χόρτο. «Ὁ ἑξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι», λέγει ὁ Προφήτης. Ἐνῶ τὸ λογικὸν ζῶον τρέφεται μὲ ἄρτον. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν «ὁ ἐξ οὐρανοῦ καταβὰς ἄρτος τῆς ζωῆς», τοποθετεῖται στὴν φάτνη, ποὺ εἶναι ἡ ἑστία τῶν ἀλόγων ζώων, ὥστε καὶ τὰ ἄλογα νὰ γευθοῦν τὴν λογικὴν τροφή, καὶ νὰ γίνουν ἔλλογα. Μεσιτεύει λοιπὸν στὴν φάτνη μεταξύ του βοὸς καὶ τοῦ ὄνου ὁ Κύριος καὶ τῶν δύο, «ἵνα τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἐαυτῷ εἰς ἕναν καινὸν ἄνθρωπον», ἐλευθερώνοντας τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγὸ τοῦ Νόμου καὶ ἀπαλλάσσοντας τὸν ἄλλον ἀπὸ τὸ φορτίον τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀλλὰ ἂς ὑψώσωμε τὸ βλέμμα στὰ οὐράνια θαύματα. Κοίτα, δὲν μᾶς εὐαγγελίζονται μόνο Προφῆτες καὶ ἄγγελοι αὐτὴν τὴν χαράν, ἀλλὰ καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀνακηρύττουν μὲ τὰ ἰδικὰ τοὺς θαύματα τὴν δόξαν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα ἀνέτειλεν ὁ Χριστός μας, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἀνατολή του. Καὶ οἱ μάγοι, ἐνῶ εἶναι ἄσχετοι μὲ τὶς διαθῆκες τῆς ἐπαγγελίας καὶ ξένοι ἀπὸ τὴν εὐλογία τῶν πατέρων, προηγοῦνται ὅμως στὴν γνώση ἀπὸ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαό. Καὶ τὸν οὐράνιον ἀστέρα ἀνεγνώρισαν, καὶ τὸν Βασιλέα ποὺ ἐγεννήθη στὸ σπήλαιο δὲν ἠγνόησαν. Ἐκεῖνοι τοῦ φέρουν δῶρα, αὐτοὶ τὸν ἐπιβουλεύονται. Ἐκεῖνοι τὸν προσκυνοῦν, αὐτοὶ τὸν καταδιώκουν. Ἐκεῖνοι εὑρίσκουν τὸν ζητούμενον καὶ χαίρονται, αὐτοὶ μὲ τὴν γέννηση τοῦ προσδοκωμένου ταράττονται. «Ἰδόντες», λέγει, «οἱ Μάγοι τὸν ἀστέρα ἐπὶ τοῦ τόπου οὗ ἦν τὸ παιδίον, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. Ἡρώδης δὲ ἀκούσας τὸν λόγον ἐταράχθη καὶ πάσα Ἱεροσόλυμα μετ᾿ αὐτοῦ». Οἱ μάγοι τοῦ προσφέρουν λίβανον ὡς Θεὸν καὶ τιμοῦν τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα μὲ τὸν χρυσόν, καὶ μὲ κάποιαν προφητικὴν χάρη δηλώνουν τὴν οἰκονομία τοῦ Πάθους μὲ τὴν σμύρνα. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι καταδικάζουν σὲ ἐξόντωσιν ὅλα τὰ νήπια της περιοχῆς, πράγμα ποὺ θεωρῶ ὅτι τοὺς ἐνοχοποιεῖ ὄχι μόνο γιὰ σκληρότητα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐσχάτην ἀνοησία. Τί νόημα ἔχει δηλαδὴ ἡ παιδοκτονία; Καὶ γιὰ ποῖον σκοπὸν ἐτόλμησαν οἱ μιαιφόνοι αὐτὸ τὸ ἀνοσιούργημα; Ἐπειδή, λέγει, ἕνα νέο θαυμαστὸν φαινόμενο τοῦ οὐρανοῦ ἐμήνυσε στοὺς Μάγους τὴν ἀνάδειξη τοῦ Βασιλέως. - Τί λοιπόν; Πιστεύεις ὅτι τὸ σημεῖο ποῦ τὸν ἀνήγγειλε εἶναι ἀληθινὸν ἢ τὸ θεωρεῖς ὡς ἀνυπόστατη διάδοση; Ἂν εἶναι ἱκανὸς νὰ κάνῃ ὑποχειρίους τους οὐρανούς, τότε βεβαίως δὲν εἶναι στὸ χέρι σου νὰ τὸν πειράξῃς. Ἂν ὅμως δίδῃ στὴν ἐξουσία σου τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατό του, ματαίως τότε τὸν φοβεῖσαι. Διότι αὐτὸς ποὺ φέρεται ἔτσι, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχείριος στὴν ἐξουσία σου, γιὰ ποῖον λόγο κατατρέχεται; Γιατί ἐξαπολύεται τὸ φριχτὸν ἐκεῖνο πρόσταγμα, ἡ ἀποτρόπαια ἀπόφασις κατὰ τῶν νηπίων, νὰ ἐξοντωθοῦν τὰ καημένα τὰ βρέφη; Ποίαν ἀδικία ἔκαμαν; Ποίαν ἀφορμὴν ἔδωσαν, ὥστε νὰ καταδικασθοῦν σὲ θάνατο ἢ σὲ ἄλλην τιμωρία; Ἕνα μόνον ἦταν τὸ ἔγκλημά τους, ὅτι ἐγεννήθησαν καὶ ἦλθαν στὴν ζωή. Καὶ γιὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔπρεπε νὰ γεμίσῃ ὅλη ἡ πόλις ἀπὸ δημίους καὶ νὰ συναχθῇ πλῆθος μητέρων καὶ νηπίων, ὁ κόσμος νὰ τοὺς συμπαρίσταται, καὶ οἱ πατέρες τους καὶ ὅλοι, ὅπως εἶναι φυσικό, νὰ συγκεντρώνονται στὸ δράμα τῶν συγγενῶν τους. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ περιγράψῃ μὲ τὸν λόγο τὶς συμφορές; Ποιὸς θὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιόν μας μὲ τὴν διήγηση τὰ πάθη τους; Τὸν ἀνάμικτον ἐκεῖνον ὀδυρμό, τὴν γοερὰ θρηνωδία παιδίων, μητέρων, συγγενῶν, πατέρων ποῦ ἐκραύγαζαν ἀξιολύπητα ἐνώπιόν της ἀπειλῆς τῶν δημίων; Πῶς νὰ ζωγραφίσῃ κανεὶς τὸν δήμιον ἐμπρὸς στὸ νήπιο μὲ γυμνὸ τὸ ξίφος, μὲ βλέμμα ἀγριεμένο καὶ φονικό, καὶ μὲ τὶς ἀνάλογες φωνές, νὰ σύρη μὲ τὸ ἕνα χέρι τὸ βρέφος πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ μὲ τὸ ἄλλο νὰ ὑψώνῃ τὸ ξίφος; Καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὴν μητέρα νὰ προσπαθῇ νὰ πάρη τὸ παιδὶ ἀπὸ τὰ χέρια του, καὶ νὰ ἐκτείνῃ στὴν κόψη τοῦ ξίφους τὸν ἰδικόν της τράχηλο, γιὰ νὰ μὴν ἀντικρύσῃ μὲ τὰ μάτια της τὸ κακόμοιρο παιδί της, βρέφος ἀκόμη νὰ χάνῃ τὴν ζωή του στὰ χέρια τοῦ δημίου; Πῶς πάλι θὰ ἠμποροῦσε κάποιος νὰ διηγηθῇ τὸ δράμα τῶν πατέρων; Τὶς παρακλήσεις τῶν τέκνων τους, τὶς κραυγές, τὰ τελευταία σφιχταγκαλιάσματά τους, καὶ πολλὰ παρόμοια ποῦ συνέβαιναν ἐκεῖνες τὶς στιγμές; Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ διεκτραγωδήσῃ τὴν πολύμορφο καὶ πολυτρόπον ἐκείνη συμφορά, τὶς διπλὲς ὠδίνες τῶν μητέρων ποὺ μόλις προσφάτως ἐγέννησαν, τὴν ἀνυπόφορον φλόγα τῆς μητρικῆς στοργῆς; Πῶς τὸ καημένο τὸ βρέφος ἐδέχετο τὸ θανάσιμον κτύπημα, ἐνῶ ἦταν προσκολλημένο στὸν μαστὸν τῆς μητέρας του; Πῶς ἡ ἀθλία μητέρα προσέφερε τὸ γάλα στὸ στόμα τοῦ νηπίου καὶ συγχρόνως ἐδέχετο τὸ αἷμα του στὴν ἀγκάλη της; Πολλὲς φορὲς μάλιστα μὲ τὴν ὁρμὴ ποὺ εἶχε τὸ χέρι τοῦ δημίου, διεπέρασε μὲ ἕνα κτύπημα τοῦ ξίφους μαζὶ μὲ τὸ παιδὶ καὶ τὴν μητέρα, καὶ τὸ αἷμα ἔκανε κοινὸ αὐλάκι ποὺ ἐσχηματίσθη ἀπὸ δύο πηγές. Ἀπὸ τὴν μητρικὴν πληγὴν καὶ τὸ θανάσιμο τραῦμα τοῦ τέκνου της. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνόσιος διαταγὴ τοῦ Ἡρώδου περιελάμβανε καὶ τοῦτο, νὰ μὴν ἐφαρμοσθῆ ἡ θανατηφόρος ἀπόφασις μόνο στὰ νεογέννητα, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιο εἶχε φθάσει στὸ δεύτερον ἔτος νὰ φονευθῇ καὶ αὐτὸ μαζί, διότι γράφει «ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω», θέλει ὁ λόγος νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἄλλην ἀκόμη συμφορὰ πού, ὅπως ἦταν φυσικό, συνέβη. Διότι πολλὲς φορὲς τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν ἔκαμε τὴν ἴδια γυναίκα δύο φορὲς μητέρα. Τί ἀπερίγραπτο πάλι αὐτὸ τὸ θέαμα, δύο δήμιοι νὰ ἀσχολοῦνται μὲ μίαν μητέρα. Ὁ ἕνας νὰ τραβᾶ κοντά του τὸ νήπιο ποὺ τρέχει γύρω της καὶ ὁ ἄλλος νὰ ἀποσπᾷ τὸ βρέφος ἀπὸ τὴν ἀγκάλη της; Πόσο θὰ ὑπέφερε τότε, ὅπως εἶναι φυσικόν, ἡ ἀθλία μητέρα, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐσχίζετο ἡ καρδία της στὰ δύο τέκνα της, καὶ ἔκαιε ὁ πόνος καὶ τῶν δύο τὰ μητρικά της σπλάγχνα; Δὲν ἤξερε ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο κακοὺς δημιοὺς νὰ ἀκολουθήσῃ, ἀφοῦ ἔσυραν τὰ παιδιὰ ὁ ἕνας ἀπὸ ἐδῶ καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ νὰ τὰ σφάξουν. Νὰ τρέξῃ στὸ νεογέννητο, ποὺ τὸ κλάμα του ἦταν ἀκόμη ἄναρθρο καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐκφρασθῇ; Ἀκούει ὅμως τὸ ἄλλο ποὺ ἔχει ἀρχίσει ἤδη νὰ ὁμιλῇ, νὰ προσκαλῇ ψελλίζοντας καὶ κλαίοντας τὴν μητέρα του. Τί νὰ κάνῃ; Πῶς νὰ ἀνταποκριθῇ; Σὲ ποίου φωνὴ νὰ ἀπαντήσῃ; Μὲ ποίου τὴν κραυγὴ νὰ ἑνώσῃ τὴν ἰδική της; Γιὰ ποίου θάνατο νὰ θρηνήσῃ, ἀφοῦ ἐξ ἴσου της σχίζουν καὶ τὰ δύο βέλη τὴν καρδία; Ἂς ἀπομακρύνωμε ὅμως τὴν ἀκοὴν ἀπὸ τοὺς θρήνους γιὰ τὰ νήπια, καὶ ἂς στρέψωμε τὸν νοῦ μας στὰ εὐθυμότερα, σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἁρμόζουν στὴν ἑορτήν, ἂν καὶ ἡ Ραχήλ, μὲ τὶς δυνατὲς φωνές της, ὅπως λέγει ὁ Προφήτης, ὀδύρεται γιὰ τὴν σφαγὴν τῶν τέκνων της. Κατὰ τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς ἑορτῆς, ὅπως λέγει ὁ σοφὸς Σολομῶν, πρέπει νὰ λησμονοῦνται οἱ συμφορές. Καὶ ποία ἑορτὴ ἄραγε ἔχουμε ἐπισημοτέρα ἀπὸ αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης διέλυσε τὰ πονηρὰ σκότη τοῦ διαβόλου, καὶ ἀναλαμβάνοντας τὴν ἰδικήν μας φύση, φωτίζει μὲ αὐτὴν τὴν κτίση, κατὰ τὴν ὁποία αὐτὸ ποὺ εἶχε πέσει ἀνεστήθη, καὶ ἔτσι αὐτὸ ποὺ εὐρίσκετο σὲ πόλεμο συμφιλιώνεται, τὸ ἀποκηρυγμένον ἐπαναφέρεται, αὐτὸ ποὺ εἶχε ἐκπέσει ἀπὸ τὴν ζωὴν ἐπανέρχεται στὴν ζωήν, αὐτὸ ποὺ εἶχε ὑποδουλωθεῖ καὶ εὐρίσκετο σὲ αἰχμαλωσίαν ἀποκαθίσταται στὸ βασιλικὸν ἀξίωμα, αὐτὸ ποὺ ἐκρατεῖτο δεμένο μὲ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου ἐπιστρέφει ἀπελευθερωμένο στὴν χώρα τῶν ζώντων; Τώρα, σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία, «αἱ χαλκαῖ πύλαι τοῦ θανάτου συντρίβονται, καὶ συνθλίβονται οἱ σιδηροῖ μοχλοί», οἱ ὁποῖοι ἐκρατοῦσαν τὸ ἀνθρώπινον γένος δεσμευμένο μέσα στὴν φυλακὴ τοῦ θανάτου. Τώρα «ἀνοίγεται», ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ, «ἡ πύλη τῆς δικαιοσύνης». Τώρα ἀντηχεῖ σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένην ὁμόφωνος ὁ «ἦχος τὸν ἑορταζόντων». Ἀπὸ ἄνθρωπον ἦλθεν ὁ θάνατος, ἀπὸ ἄνθρωπο καὶ ἡ σωτηρία. Ὁ πρῶτος ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, ὁ δεύτερος ἀνέστησε αὐτὸν ποὺ εἶχε πέσει. Ἡ γυναίκα ὑπερασπίσθη τώρα τὴν γυναίκα. Ἡ πρώτη εἶχε ἀνοίξει τὴν εἴσοδο στὴν ἁμαρτία, ἐνῶ αὐτὴ ὑπηρέτησε τὴν ἐπάνοδο τῆς δικαιοσύνης. Ἐκείνη ἐδέχθη τὴν συμβουλὴν τοῦ ὄφεως, αὐτὴ ἐπαρουσίασε τὸν ἀναιρέτην τοῦ ὄφεως, καὶ ἐγέννησε τὴν πηγὴν τοῦ φωτός. Ἐκείνη διὰ τοῦ ξύλου εἰσήγαγε τὴν ἁμαρτία, αὐτὴ διὰ τοῦ ξύλου ἔφερε στὴν θέση τῆς ἁμαρτίας τὸ ἀγαθόν. Ξύλον ἐννοῶ τὸν σταυρόν, καὶ ὁ καρπὸς τοῦ ξύλου τούτου γίνεται γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν γεύονται ἀειθαλὴς καὶ ἀμάραντος ζωή. Καὶ κανεὶς νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι μόνο στὸ μυστήριον τοῦ Πάσχα ἁρμόζει τέτοια εὐχαριστία. Ἂς σκεφθῇ ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι τὸ τέλος τῆς Οἰκονομίας. Πῶς θὰ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ τέλος, ἐὰν δὲν εἶχε προηγηθῇ ἡ ἀρχή; Ποῖον εἶναι ἀρχικώτερον ἀπὸ τὸ ἄλλο; Ἀσφαλῶς ἡ Γέννησις ἀπὸ τὴν Οἰκονομία τοῦ Πάθους. Καὶ τοῦ Πάσχα λοιπὸν τὰ καλὰ εἶναι μέρος τῶν ἐγκωμίων τῆς Γεννήσεως. Καὶ ἂν ὑπολογίσῃ κανεὶς τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἐξιστορεῖ τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ διηγηθῇ λεπτομερῶς τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες, τὴν ἄνευ τροφίμων διατροφή, τὴν ἐπάνοδο τῶν νεκρῶν ἀπὸ τὰ μνήματα, τὴν αὐτοσχέδιο παρασκευὴν τοῦ οἴνου, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὑγείας τῶν κάθε εἴδους ἀσθενῶν, τὴν ἐκδίωξιν τῶν δαιμονίων, τὰ ἅλματα τῶν χωλῶν, τοὺς ὀφθαλμοὺς ποὺ ἐπλάσθησαν ἀπὸ πηλόν, τὶς θεῖες διδασκαλίες, τὶς νομοθεσίες, τὴν μύησιν στὰ ὑψηλότερα διὰ μέσου τῶν παραβολῶν, ὅλα αὐτὰ εἶναι δωρεὰ τῆς παρούσης ἡμέρας. Διότι αὐτὴ ἔγινε ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν ποὺ ἠκολούθησαν. «Ἀγαλλιασώμεθα», λοιπόν, «καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». Μὴ φοβηθοῦμε τὶς εἰρωνεῖες τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἂς μὴ νικηθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς ὅταν προσπαθοῦν νὰ μᾶς ἐξευτελίσουν, ὅπως μᾶς παρακινεῖ ὁ Προφήτης. Αὐτοὶ χλευάζουν τὸν λόγο τῆς Οἰκονομίας, λέγοντας ὅτι δὲν ἁρμόζει στὸν Κύριο νὰ λάβη ἀνθρώπινο σῶμα καὶ νὰ ἀναμιχθῇ μὲ τὴν γέννησι στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἀγνοοῦν, καθὼς φαίνεται, τὸ μέγα μυστήριον, πῶς δηλαδὴ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε τὴν σωτηρία μας. Εἴχαμε πωληθεῖ ἑκουσίως γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, καὶ εἴχαμε ὑποδουλωθῆ στὸν ἐχθρὸν τῆς ζωῆς μας σὰν ἀγορασμένοι δοῦλοι. Τί μεγαλύτερον ἐπιθυμοῦσες νὰ σοὺ προσφέρει ὁ Δεσπότης; Ὄχι τὸ νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν συμφορά; Τί περιεργάζεσαι τὸν τρόπο; Γιατί θέτεις νόμους στὸν εὐεργέτη καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσαι τὶς εὐεργεσίες του; Εἶναι σὰν νὰ ἀπωθῇ κάποιος τὸν ἰατρὸ καὶ νὰ μέμφεται τὴν εὐεργεσία του, ἐπειδὴ ἐπραγματοποίησε τὴν θεραπεία μὲ αὐτὸν καὶ ὄχι μὲ τὸν ἄλλον τρόπο. Ἂν ἐπιζητῇς ἀπὸ περιέργεια νὰ ἐρευνήσῆς τὸ μέγεθος τῆς Οἰκονομίας, σοῦ ἀρκεῖ νὰ μάθῃς τόσο μόνον, ὅτι τὸ θεῖον δὲν εἶναι ἕνα μόνον ἀπὸ τὰ ἀγαθά, ἀλλὰ ὅποιο ἀγαθὸ ἠμπορεῖ νὰ φαντασθῇ κανείς, ἐκεῖνο εἶναι. Τὸ δυνατόν, τὸ δίκαιον, τὸ ἀγαθόν, τὸ σοφόν, ὅλα τὰ ὀνόματα καὶ τὰ νοήματα ποὺ ἔχουν σημασία θεοπρεπῆ. Ἀναλογίσου λοιπὸν μήπως δὲν συνδυάσθησαν στὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε. Ἡ ἀγαθότης, ἡ σοφία, ἡ δύναμις, ἡ δικαιοσύνη. Ὡς ἀγαθός, ἠγάπησε τὸν ἀποστάτη. Ὡς σοφός, ἐπινόησε τὸν τρόπον ἐπανόδου τῶν ὑποδουλωμένων. Ὡς δίκαιος, δὲν κακομεταχειρίζεται αὐτὸν ποὺ ὑπεδούλωσε τὸν ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἀπέκτησε σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιόν της ἀγορᾶς, ἀλλὰ ἔδωσεν ὡς ἀντάλλαγμα τὸν ἑαυτόν του ὑπὲρ τῶν κρατουμένων, ὥστε, μεταθέτοντας ὡς ἐγγυητὴς τὴν ὀφειλὴ στὸν ἑαυτόν του, νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν αἰχμάλωτον ἀπὸ τὸν ἐξουσιαστήν του. Ὡς δυνατός, δὲν ἐκρατήθη ἀπὸ τὸν ἅδη, οὔτε τὸ σῶμα του ἐγνώρισε φθορά. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ νικηθῇ ἀπὸ τὴν φθορὰν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ἦταν ἐντροπὴ νὰ δεχθῇ ἀνθρωπίνην γέννηση, καὶ νὰ ὑποστῇ τὴν ἐμπειρία τῶν παθημάτων τοῦ σώματος; Χαρακτηρίζεις ἔτσι τὴν ὑπερβολὴ τῆς εὐεργεσίας; Πράγματι, ἐπειδὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὰ τόσο μεγάλα δεινά, κατεδέχθη ὁ Βασιλεὺς τῆς ἀπαθείας νὰ ἀνταλλάξῃ τὴν ἴδια του τὴν δόξα μὲ τὴν ἰδική μας ζωή. Καὶ εἰσέρχεται μὲν ἡ καθαρότης στὸν ἰδικόν μας ρύπον, ὁ ρύπος ὅμως δὲν ἐγγίζει τὴν καθαρότητα, ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιον. Τὸ κατεφθαρμένο σώζεται ἀπὸ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ ἄφθαρτο. Ἡ φθορὰ δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἀφθαρσία. Γιὰ ὅλα αὐτὰ γίνεται ἁρμονικὴ χορωδία ἀπὸ τὴν σύμπασα κτίσι. Ὅλοι ἀναπέμπουν ὁμόφωνον δοξολογία στὸν Κύριον τῆς κτίσεως, καὶ κάθε γλώσσα, ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, ἀναβοᾶ ὅτι «εὐλογητὸς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».


  (νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον, σσ. 632-634).



πηγη

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικη επιστολή Γέροντος Ευσεβίου Βίττη



ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ ΟΣΙΩΝ
ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ
ΜΑΤΡΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΝ ΚΩΝΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΚΑΙ
ΤΩΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΑΓΙΑΣΘΕΝΤΩΝ
ΑΥΤΑΔΕΛΦΩΝ ΝΕΑΝΙΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΚΑΙ ΔΟΜΕΤΙΟΥ
ΕΝ ΚΡΥΟΝΕΡΙΩ ΦΑΙΑΣ ΠΕΤΡΑΣ ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2003
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ ἐν Κυρίῳ,
Μᾶς ἔρχονται καὶ πάλι τὰ ἅγια Χριστούγεννα. Καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ θὰ ψάλουμε καὶ πάλι μὲ εὐλάβεια καὶ χαρὰ ἱεροὺς ὕμνους γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου μας ὡς ἀνθρώπου στὴ γῆ μας. Γιατὶ ὅμως; Τὸ ξέρουμε βέβαια σὲ κάποιο βαθμό καὶ αὐτὸ μᾶς τὸ θυμίζει κάθε φορὰ ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτὸ δὲ πρέπει νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅλο καὶ περισσότερο.  Γιατὶ λοιπὸν ἦρθε ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος γιὰ μᾶς στὴ γῆ; Μᾶς βοηθοῦν οἱ ἀπαντήσεις, ποὺ μᾶς δίνονται μὲ τὴν ἱερὰ ὑμνωδία τῆς περιόδου αὐτῆς. Κάποιες ἀπὸ αὐτὲς εἶναι καὶ ὅσες ἀκολουθοῦν. Αὐτὲς σᾶς καταθέτω ὡς πνευματικὸν καὶ ἀγαπητικὸν χαιρετισμό, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, μὲ τὴν παράκληση νὰ θελήσετε νὰ τὸν δεχθῆτε ὡς δεῖγμα πνευματικῆς κοινωνίας ζητώντας τὶς προσευχές Σας, γιὰ νὰ τὸν ἀντιληφθῶ καὶ ἐγὼ σωτηριωδῶς καλύτερα καὶ νὰ τὸν ζήσω βαθύτερα καὶ συνεπέστερα.
ΗΛΘΕΣ ἡ ἀνάκλασις πάντων, ὁ ἱλασμός, τὸ φῶς, ἡ παντελὴς ἀπολύτρωσις ἡμῶν, ὁ θησαυρὸς ὁ ἀτίμητος, ὁ ἐν σπηλαίῳ ἀποκρυβείς, ἐκεῖθεν δὲ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν μετατιθέμενος, τὴν ἐσχατιὰν ἡμῶν πλουτίζων.
ΗΛΘΕΣ ὡς ὄμβρος ἐπουράνιος τῇ γῇ ἀποστάζων, ὅπως ἀρδεύσας τὸ πρόσωπον αὐτῆς ἐκπλύνῃς ταύτην ἐκ τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς.
ΗΛΘΕΣ χειμῶνα ἄθεον ἀποσκεδάζων καὶ ἄνοιξιν πνευματικὴν δωρούμενος, τὸν κόσμον χαρᾶς πληροῖς ἐν πνεύματι.
ΗΛΘΕΣ, ὦ Βασιλεῦ τῆς δόξης, τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι εἰρήνην ὑπέλγοδον, καὶ τὸν πολέμιον ἄρχοντα τοῦ σκότους χειρωσάμενος ἑλεῖν.
ΗΛΘΕΣ, ἵνα τοὺς πάντας σώσῃς βροτούς, οἱ ἀνυμνοῦντες οἶκτον Σου τὸ θεῖον καὶ ἄρρητον, ναοὶ ἐν χάριτί Σου ἀναδείκνυνται.
ΗΛΘΕΣ χάριν ἀντὶ χάριτος παρασχεῖν καὶ σῶσαι τὴν ἐν ἡμῖν θείαν εἰκόνα καὶ ταύτην ἀφθατίσαι.
ΗΛΘΕΣ τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν τῇ ἀρχαίᾳ κατάρᾳ φθαρεῖσαν καὶ κακῶν καὶ θλίψεων καὶ ὀδυνῶν καὶ φθορᾶς θῦμα γενομένην ἐλευθερῶσαι.
ΗΛΘΕΣ ἐκ Παρθένου ὁ ἄδυτος  ἥλιος ἀνίσχειν ἐπειγόμενος καὶ φωτίσαι θέλων ἅπασαν τὴν οἰκουμένην.
ΗΛΘΕΣ ὁ ἐν φάντῃ ζώων ἀλόνων ἀνακλινόμενος τὴν ἐμὴν παθῶν λῦσαι ἀλονίαν.
ΗΛΘΕΣ καὶ ἐσπαργανώθης αὐτὸς δεσμούμενος, ὅπως ἀπορρήξῃς τὰς σειρὰς τῶν δεσμῶν τῶν πταισμάτων μου, ὅθεν ὑμνῶ καὶ δοξάζω Σε.
ΗΛΘΕΣ ἐκ Κόρης ἁγνῆς γεννώμενος ἅπαν τὸ γένος τῶν βροτῶν ἀθανατίσαι θέλων, λύων τὴν τῶν πρωτοπλάστων ἀρὰν καὶ ἔκπωσιν.
ΗΛΘΕΣ, ἀλλὰ πῶς δέξεταί Σε ἡ σμικροτάτη καρδία μου, γνώμῃ πτωχεύσασα, τὸν τὰ σύμπαντα πλουτίζοντα;
ΗΛΘΕΣ! Πῶς βλέψεταί Σε βροτῶν ἡ φύσις σωματούμενον; Πάντως ὡς οἶδας, ὡς ἠθέλησας, καὶ ὡς ηὐδόκησας, εὔσπλαχνε Κύριε. Δόξα σοι!
Σᾶς χαιρετῶ μὲ πολλὴ ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ ἀγάπη «τῷ δι’ ἡμᾶς σαρκωθέντι, καὶ μορφωθέντι βροτοῖς κατ’ οὐσίαν καὶ πτωχεύσαντι μὴ ἐκστάντι δὲ τῆς θεότητος». Καὶ ἐπὶ πλέον μὲ τὴν εὐχὴ νὰ εὐλογήση ὁ Κύριος ὅλους σας καὶ τὸν καθένα χωριστὰ τὴν καινούργια χρονιά, ποὺ καὶ αὐτὴ σύντομα μᾶς ἔρχεται, ὥστε νὰ ἀποβῆ μὲ ἔντονη ἐκ μέρους μας ἐργασία ἔτος ἀνακαινώσεως πνευματικῆς ἐν χάριτι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, Ἀμήν.
π. Εὐσέβιος, κεγχριαῖος μοναχός.
Ν.Ρ.

 http://www.impantokratoros.gr/eysevios-bitths-xristougenna.el.aspx

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ομιλία του Αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων: «Κατήχησις προς τους Φωτιζομένους, περί Ενανθρωπήσεως».



«Ιωσήφ, υιός Δαβίδ, μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου. Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από την αμαρτίαν αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος. Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον «μεθ’ ημών ο Θεός»».
Αγνείας σύντροφοι και σωφροσύνης μαθηταί, ας ανυμνήσωμε με αγνισμένα χείλη τον Θεόν που εγεννήθη από την Πάναγνον Παρθένον. Εμείς που έχουμε καταξιωθή να μεταλάβωμε την σάρκα του νοητού προβάτου, ελάτε να μεταλάβωμε την κεφαλήν και τους πόδες. Ως κεφαλήν να εννοήσωμε την Θεότητα και ως πόδες να εκλάβωμε την ανθρωπότητα. Οι ακροαταί των αγίων Ευαγγελίων, ας πεισθούμε στον θεολόγον Ιωάννην, ο οποίος, αφού είπε «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος», προσέθεσε. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο». Πράγματι, δεν είναι ευσεβές ούτε να τον προσκυνούμε ως απλόν άνθρωπο, ούτε να τον ευλογούμε μόνον Θεόν χωρίς την ανθρωπίνην φύση Του. Διότι εάν ο Χριστός είναι Θεός, όπως βεβαίως και είναι, αλλά δεν ανέλαβε την ανθρωπίνη φύση, τότε δεν έχουμε καμμίαν σχέση με την σωτηρία. Να τον προσκυνούμε μεν ως Θεόν, αλλά να πιστεύωμε ότι και ενηνθρώπησε. Διότι ούτε να τον ομολογούμε άνθρωπο χωρίς την Θεότητα μας οφελεί, ούτε το να μην ομολογούμε ότι μαζί με την θείαν φύσιν έχει και την ανθρωπίνη, ημπορεί να μας σώση. Ας ομολογήσωμε την παρουσία του Βασιλέως και ιατρού. Διότι ο Βασιλεύς Ιησούς, προκειμένου να μας θεραπεύση, εζώσθη αντί στολής διακονητού, την ανθρωπίνη φύση και θεράπευσε την ασθένειά μας. Ο τέλειος διδάσκαλος των νηπίων, έγινε μαζί μας νήπιο για να σοφίση τους ανοήτους. Ο επουράνιος άρτος κατέβη στην γη, για να θρέψει τους πεινασμένους.
Και οι γνήσιοι απόγονοι των Ιουδαίων, αρνούμενοι αυτόν που ήλθε, προσδοκούν τον κακώς ερχόμενον. Απεξενώθησαν από τον αληθινόν Χριστόν, και περιμένουν οι πλανημένοι τον πλάνον. «Εγώ ελήλυθα εν τω ονόματι του Πατρός μου, και ου λαμβάνετέ με, εάν δε άλλος έλθη εν τω ονόματι τω ιδίω, εκείνον λήψεσθε».
Καλόν ακόμη είναι να απευθύνωμε και μίαν ερώτηση στους Ιουδαίους: Αληθεύει ο Προφήτης Ησαϊας όταν λέγη πως ο Εμμανουήλ θα γεννηθεί από Παρθένον ή ψεύδεται; Εάν τον κατηγορούν ότι ψεύδεται, αυτό δεν είναι θαυμαστόν, αφού είναι συνηθισμένοι όχι μόνο να κατηγορούν τους Προφήτες ως ψεύστες, αλλά και να τους λιθοβολούν. Εάν όμως ο Προφήτης λέγει την αλήθεια, δείξετε τον Εμμανουήλ, και πείτε μας: αυτός που πρόκειται να έλθη, ο προσδοκώμενος από σας, θα γεννηθή από Παρθένον ή όχι; Και αν δεν γεννάται από παρθένο, τότε κατηγορείτε τον Προφητην ως ψεύστη. Αν όμως προσδοκάτε να συμβή αυτό στο μέλλον, για ποίον λόγον απορρίπτετε αυτό που ήδη έγινε;
Ας πλανώνται λοιπόν οι Ιουδαίοι, αφού το θέλουν, και ας δοξάζεται η Εκκλησία του Θεού. Διότι εμείς παραδεχόμεθα ότι ο Θεός Λόγος αληθώς έγινεν άνθρωπος, χωρίς να μεσολαβήση σαρκική επιθυμία, όπως λέγουν οι αιρετικοί. Αλλά ενηνθρώπησε, όπως λέγει το Ευαγγέλιον, με την συνέργεια της Παρθένου και του Αγίου Πνεύματος, όχι κατά φαντασίαν, αλλά πραγματικώς. Και για το ότι αληθώς ενηνθρώπησε, περίμενε την συνέχεια του λόγου και θα λάβης σε λίγο τις αποδείξεις. Διότι είναι πολύπλοκος η πλάνη των αιρετικών, και άλλοι μεν λέγουν ότι κατά κανένα τρόπον δεν εγεννήθη από Παρθένον, άλλοι δε ότι εγεννήθη βεβαίως, όχι όμως από Παρθένον, αλλά από γυναίκα που ήλθε σε σχέση με άνδρα. Άλλοι πάλι λέγουν ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός που ενηνθρώπησε, αλλά άνθρωπος που εθεοποιήθη. Ετόλμησαν δηλαδή να είπουν ότι δεν ήταν ο προϋπάρχων Λόγος που ενηνθρώπησε, αλλά κάποιος άνθρωπος που προέκοψε πολύ στην αρετή, και έλαβεν ως έπαθλο την θέωση. Συ όμως μνημόνευσε όσα έχουμε ειπεί για την Θεότητα, πίστευσε ότι αυτός ο ίδιος ο Μονογενής Υιός του Θεού εγεννήθη πάλιν από την Παρθένο. Να πεισθής σ’ αυτό που λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Ο μεν Λόγος βεβαίως είναι αιώνιος, αφού εγεννήθη προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Την δε σάρκα την ανέλαβε προσφάτως για να μας σώση. Αλλά πολλοί προβάλλουν αντιρρήσεις και λέγουν: Ποία τόσο μεγάλη ανάγκη έκανε τον Θεό να κατέλθη μέχρι την ανθρωπίνη φύση; Και είναι ποτέ δυνατόν να συναναστραφή η Θεία φύσις με τους ανθρώπους ή να γεννήση παρθένος χωρίς συνάφειαν ανδρός; Εμπρός λοιπόν, επειδή υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις και η μάχη είναι πολύπλευρος, ας διαλύσωμε με την χάρη του Χριστού και με τις ευχές των παρόντων κάθε μία χωριστά.
Και πρώτα ας εξετάσωμε για ποιον λόγο κατήλθε στη γην ο Ιησούς. Και μην προσέξης στις ιδικές μου ευρεσιολογίες, διότι με αυτές ίσως εξαπατηθής. Μην πιστέψης στα λεγόμενα, εάν δεν ακούσης για καθένα από τα γεγονότα κάποιαν μαρτυρία προφητικήν. Εάν δεν μάθεις και περί της Παρθένου και του τόπου και του χρόνου και του τρόπου από τις Θείες Γραφές, μη παραδεχθής κανενός ανθρώπου την μαρτυρία. Διότι αυτόν που βλέπει κανείς ενώπιόν του να διδάσκει, είναι δυνατόν να τον υποπτευθή. Ποίος όμως, εάν διαθέτη κοινόν νουν, ημπορεί να θεωρήση ύποπτον εκείνον που έχει προφητεύσει πριν από χίλια και περισσότερα χρόνια;
Εάν λοιπόν ζητής την αιτία της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, να καταφύγης στο πρώτο βιβλίο της Γραφής. Σε έξι ημέρες εποίησεν ο Θεός τον κόσμον. Ο κόσμος όμως έγινε για τον άνθρωπο. Πράγματι και, ο ήλιος, ο οποίος ακτινοβολεί με τις λαμπρότατες ακτίνες του, έγινε για να φωτίζη τον άνθρωπο. Αλλά και όλα τα ζώα για να μας υπηρετούν εδημιουργήθησαν. Τα φυτά και τα δένδρα εκτίσθησαν για την ιδική μας απόλαυση. Όλα τα δημιουργήματα καλά και ωραία είναι, κανένα όμως από αυτά δεν είναι εικόνα του Θεού, παρά μόνον ο άνθρωπος. Ο ήλιος εδημιουργήθη μόνο με το πρόσταγμα του Θεού, ο άνθρωπος όμως επλάσθη με τα χέρια του Θεού, δηλαδή με ιδιαιτέραν ενέργεια και επιμέλεια: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν. Εάν η ξύλινη εικόνα του επιγείου βασιλέως τιμάται, πόσο μάλλον η λογική εικόνα του Θεού; Αλλά αυτό το πλάσμα, το μεγαλύτερον από τα δημιουργήματα του Θεού, το οποίον εχόρευε μέσα στον Παράδεισο, το έβγαλεν από εκεί ο φθόνος του διαβόλου. Και έχαιρεν ο εχθρός για την πτώσιν εκείνου που αυτός εφθόνησε. Μήπως άραγε συ ήθελες να εξακολουθή να χαίρεται αιωνίως ο εχθρός; Αυτός, επειδή δεν ετόλμησε τότε να πλησιάση τον άνδρα, που ήταν ισχυρός, επλησίασε την Εύαν, ως ασθενεστέραν, η οποία ήταν ακόμη παρθένος, διότι ο «Αδάμ έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού» μετά την πτώση και την έξωση από τον Παράδεισον.
Δεύτεροι διάδοχοι του ανθρωπίνου γένους ήταν ο Κάιν και ο Άβελ. Ο Κάιν ήταν και ο πρώτος ανθρωποκτόνος. Έπειτα επηκολούθησε ο κατακλυσμός εξ αιτίας της πολλής κακίας των ανθρώπων. Αργότερα κατήλθε πυρ επάνω στους Σοδομίτες για την παρανομία τους. Έπειτα από χρόνια εξέλεξεν ο Θεός τον λαό τού Ισραήλ, αλλά και αυτός διεστράφη, και έτσι το εκλεκτόν γένος ετραυματίσθη. Πράγματι, την στιγμήν που ο Μωυσής παρίστατο ενώπιον του Θεού επάνω στο Όρος, κάτω ο λαός προσκυνούσε αντί του Θεού τον μόσχον. Την εποχήν του νομοθέτου Μωυσέως, ο οποίος είπε το «Μη μοιχεύσης», κάποιος άνδρας ετόλμησε να εισέλθη σε ένα καμίνι και να πράξη την ακολασία. Μετά τον Μωυσή απεστάλησαν Προφήτες για να θεραπεύσουν τον Ισραήλ, αλλά δεν κατώρθωναν να νικήσουν την πνευματικήν του ασθένεια, και θρηνούσαν γι’ αυτό, ώστε κάποιος από αυτούς να λέγη: «οίμοι ότι απόλωλεν ευλαβής από της γής, και ο κατορθών εν ανθρώποις ουχ υπάρχει». Και πάλιν: «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός». Και πάλιν: «αρά και κλοπή και μοιχεία και φόνος εκκέχυται επί της γης», «τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας έθυσαν τοις δαιμονίοις» «οιωνίζοντο και εκληδονίζοντο (ησχολούντο δηλαδή με οιωνούς και μάγια)».
Πολύ βαθειά λοιπόν προχωρημένο και εκτεταμένο το τραύμα της ανθρωπότητος. «Από ποδών έως κεφαλής ουκ ην αυτώ ολοκληρία. Ουκ ην μάλαγμα επιθείναι (δεν ήταν δυνατόν δηλαδή να θεραπευθή με κατάπλασμα) ούτε έλαιον ούτε καταδέσμους». Και έλεγαν κατόπιν οι Προφήτες, θρηνώντας και υποφέροντας γι’ αυτήν την κατάσταση. «Τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον»; Και άλλος Προφήτης παρακαλούσε λέγοντας: «Κύριε κλίνον ουρανούς και κατάβηθι», τα τραύματα της ανθρωπότητος υπερβαίνουν τις θεραπευτικές μας ικανότητες. «Τους Προφήτας σου απέκτειναν και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν». Από εμάς είναι αδύνατον να διορθωθή το κακό, μόνο συ ημπορείς να το διορθώσης.
Και ο Κύριος επήκουσε της δεήσεως των Προφητών. Δεν παρέβλεψε ο Πατέρας το γένος μας που εχάνετο. Εξαπέστειλε ιατρόν από τον Ουρανόν, τον Κύριον, τον Υιόν Του… Όταν δηλαδή απεδείχθη η δική μας αδυναμία, ανέλαβεν ο Κύριος να κάνη αυτό που επιζητούσε ο άνθρωπος. Και επειδή ο άνθρωπος ήθελε να ακούση κάποιον όμοιό του, ανέλαβε την ιδικήν μας φθαρτήν φύσιν ο Σωτήρ, ώστε να παιδαγωγηθούν πιο αποτελεσματικά οι άνθρωποι.
Υπάρχει όμως και άλλος λόγος. Ο Χριστός ήλθε κοντά μας για να βαπτισθή, και να αγιάση το Βάπτισμα. Ήλθε για να θαυματουργήση περιπατώντας στην επιφάνεια της θαλάσσης. Επειδή πριν από την ένσαρκον οικονομίαν «η θάλασσα είδε και έφυγε και ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω», ανέλαβεν ο Κύριος το σώμα, ώστε η θάλασσα, όταν τον ιδή, να τον δεχθή επάνω της, και ο Ιορδάνης να τον υποδεχθή αφόβως. Αυτή λοιπόν είναι μία αιτία, υπάρχει όμως και δευτέρα.
Ο θάνατος ήλθε στον κόσμο δια παρθένου, της Εύας. Έπρεπε δια παρθένου, ή μάλλον από παρθένο, να φανερωθή και η ζωή, ώστε καθώς εκείνην την είχεν πατήσει ο όφις, έτσι και αυτήν να την ευαγγελισθή ο Γαβριήλ.
Αφού οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον Θεόν, εδημιούργησαν ανθρωπόμορφα είδωλα. Επειδή λοιπόν μέσα στην πλάνη τους οι άνθρωποι προσκυνούσαν ψευδή μορφήν ανθρώπου, έγινεν ο Θεός αληθώς άνθρωπος, ώστε να διαλυθή το ψεύδος. Ο διάβολος είχε χρησιμοποιήσει ως όργανον εναντίον μας την σάρκα. Και αυτό γνωρίζοντας ο Παύλος λέγει: «Βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με» και τα λοιπά. Με τα ίδια λοιπόν όπλα με τα οποία μας πολεμούσε ο διάβολος, με αυτά ακριβώς και έχουμε σωθή. Ανέλαβεν ο Κύριος από εμάς την ιδική μας φύση, ώστε να της δώση ό,τι της έλειπε, την πλουσίαν χάρη. Για να γίνη η φύσις των ανθρώπων η αμαρτωλός, Θεού κοινωνός. Και έτσι «όπου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις». Έπρεπεν ο Κύριος να πάθη υπέρ ημών. Δεν θα τολμούσε όμως ο διάβολος να τον πλησιάση, εάν τον ανεγνώριζε. Το σώμα δηλαδή έγινε δόλωμα για τον θάνατον, ώστε ο δράκοντας, ενώ ήλπιζε ότι θα τον καταπιή, να εμέση και όσους είχεν ήδη καταπιή. «Κατέπιε γαρ ο θάνατος ισχύσας» και «αφείλεν ο Θεός παν δάκρυον από προσώπου παντός», είχε προείπει ο Ησαϊας. Μήπως ο Χριστός ματαίως έγινεν άνθρωπος; Μήπως οι διδασκαλίες του είναι ρητορικά εφευρήματα και ανθρώπινα σοφίσματα; Δεν είναι οι θείες Γραφές που μας οδηγούν στην σωτηρία; Εκεί μέσα δεν συναντούμε τις προρρήσεις των Προφητών; Κράτα, λοιπόν, σε παρακαλώ σταθερά μέσα σου αυτήν την παρακαταθήκη, και κανείς ας μη σε μετακινήση. Πίστευε ότι αληθώς ο Θεός έγινεν άνθρωπος.
Το ότι ήταν λοιπόν δυνατόν ο Θεός να γίνη άνθρωπος έχει αποδειχθή. Αν όμως οι Ιουδαίοι ακόμη απιστούν, θα τους κάνωμε την εξής ερώτηση: Τί παράδοξο κηρύττουμε λέγοντας ότι ο Θεός έγινεν άνθρωπος, αφού σεις οι ίδιοι λέγετε ότι ο Αβραάμ υπεδέχθη τον Κύριον; Τί παράδοξο κηρύττουμε αφού και ο Ιακώβ λέγει: «είδον γαρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εσώθη μου η ψυχή». Ο Κύριος, ο οποίος εφιλοξενήθη και έφαγε στην σκηνήν του Αβραάμ, έφαγε και μαζί μας. Τί το παράδοξον λοιπόν κηρύττουμε; Έχουμε όμως να παρουσιάσωμε και δύο μάρτυρες, οι οποίοι εστάθησαν στο όρος Σινά ενώπιον του ιδίου του Κυρίου. Ο Μωυσής, όταν ευρίσκετο μέσα στην οπή του βράχου, και ο Ηλίας αργότερα, που τον είδε επίσης μέσα στην οπή ενός σπηλαίου. Εκείνοι παρουσιάσθησαν κατά την Μεταμόρφωσή του και στο Όρος Θαβώρ και «έλεγον τοις μαθηταίς την έξοδον, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ». Αλλά όπως προείπα, έχει αποδειχθή ότι ήταν δυνατόν να λάβη ο Θεός την ανθρωπίνη φύση. Ας αφήσωμε λοιπόν να ασχολούνται με τις αποδείξεις εκείνοι που αρέσκονται να επανέρχωνται συνεχώς στα ίδια.
Έχουμε όμως υποσχεθή να ομιλήσωμε και για τον χρόνο, και για τον τόπο της ελεύσεως του Σωτήρος. Και δεν πρέπει να αναχωρήσωμε από εδώ, κατηγορούμενοι για ψεύδος, αλλά μάλλον να βοηθήσωμε τους νέους βλαστούς της Εκκλησίας να φύγουν από εδώ πιο εδραιωμένοι στην πίστη. Ας αναζητήσωμε λοιπόν τον χρόνο, πότε δηλαδή ήλθε εδώ ο Κύριος. Επειδή η παρουσία του είναι πρόσφατος και, γι’ αυτό αμφισβητείται, και ακόμη επειδή «Χριστός Ιησούς χθες και σήμερον είναι ο αυτός και εις τους αιώνας». Λέγει λοιπόν ο Προφήτης Μωυσής. «Προφήτην υμίν αναστήσει Κύριος ο Θεός υμών ως εμέ». Ας αφήσωμε προς το παρόν το «ως εμέ» για να εξετασθή εκεί που πρέπει. Αλλά πότε θα έλθη αυτός ο προσδοκώμενος Προφήτης; Ανάτρεξε, λέγει, σ’ αυτά που έχω γράψει. Ερεύνησε με προσοχήν την προφητεία που είπε ο Ιακώβ προς τoν Ιούδα: «Ιούδα, σε αινέσαισαν (θα σε υμνήσουν) οι αδελφοί σου», και τα υπόλοιπα, για να μην τα ειπούμε όλα. Και στην συνέχεια «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα ουδέ ηγούμενος εκ των μηρών αυτού (από τους απογόνους του δηλαδή) έως αν έλθη ω απόκειται, (αυτός στον οποίον έχει επιφυλαχθή), και αυτός προσδοκία» όχι των Ιουδαίων, αλλά «Εθνών». Το ότι λοιπόν έπαυσε η εξουσία των Ιουδαίων είναι σημείον της παρουσίας του Χριστού. Εάν τώρα δεν ευρίσκωνται υπό την εξουσία των Ρωμαίων, δεν έχει έλθει ακόμη ο Χριστός. Εάν τους κυβερνά απόγονος του Ιούδα και του Δαυϊδ, δεν ήλθεν ακόμη ο προσδοκώμενος. Και εντρέπομαι να ομιλώ για τα πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν σ’ αυτούς, σχετικά με εκείνους που ονομάζουν τώρα πατριάρχες. Ποία δηλαδή είναι η καταγωγή τους και ποία η μητέρα τους. Τα αφήνω γι’ αυτούς που τα γνωρίζουν. Αλλά αυτός ο ερχόμενος, η προσδοκία των εθνών, ποίον άλλο σημείο έχει άραγε; Λέγει στην συνέχεια η Γραφή «δεσμεύων προς άμπελον τον πώλον (τον νεαρόν όνον δηλαδή) αυτού». Βλέπεις και εδώ σαφώς τον πώλο, τον οποίο προανήγγειλεν ο Ζαχαρίας, και εχρησιμοποίησεν ο Ιησούς.
Αλλά ζητείς και άλλην μαρτυρία για τον χρόνο της παρουσίας του; «Κύριος είπε προς με. Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε», και μετά από λίγο λέγει «ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά». Είπα και προηγουμένως ότι ράβδος σιδηρά ονομάζεται σαφώς η βασιλεία των Ρωμαίων. Σχετικώς με αυτήν ας ξαναθυμηθουμε το χωρίον του Προφήτου Δανιήλ. Όταν δηλαδή εδιηγείτο και εξηγούσε στον Ναβουχοδονόσορα την εικόνα του αδριάντος, αναφέρει και όλη την οπτασία που είχε δει γι’ αυτόν, και «λίθον άνευ χειρός εξ όρους τμηθέντα», ο οποίος δεν κατεσκευάσθη από άνθρωπο, και θα επικρατήση σε όλην την οικουμένην. Και λέγει καθαρώτατα ότι «και εν ταις ημέραις των βασιλειών εκείνων αναστήσει ο Θεός του ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τον αιώνα ου διαφθαρήσεται, και η βασιλεία αυτού λαώ ετέρω ουχ υπολειφθήσεται (δεν θα έχη διαδοχήν δηλαδή, θα είναι αιώνιος)».
Ζητούμε όμως να μας αποδείξης με ακόμη μεγαλυτέραν διαφάνεια τον χρόνο της ελεύσεώς του, επειδή ο άνθρωπος είναι δύσπιστος, και εάν δεν του υπολογίσης και την ακριβή χρονολογία, δεν πιστεύει στα λεγόμενα. Ποίος είναι λοιπόν ο καιρός και ποίος ο χρόνος; Όταν παύσουν πλέον να υπάρχουν βασιλείς από την γενεάν του Ιούδα και βασιλεύση στο εξής αλλόφυλος, ο Ηρώδης δηλαδή. Λέγει λοιπόν ο άγγελος στον Δανιήλ: «Συ δε μοι σημείωσαι τα λεγόμενα, και γνώσει και συνήσεις (θα κατανοήσης δηλαδή). Από εξόδου λόγου του αποκριθήναι (από την ημέρα που θα εκδοθή διάταγμα) του ανοικοδομηθήναι Ιερουσαλήμ έως Χριστού ηγουμένου, εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξήκοντα δύο». Εξήντα εννέα όμως εβδομάδες ετών απαριθμούν τετρακόσια ογδόντα τρία ετη. Είπε λοιπόν ότι αφού περάσουν τετρακόσια ογδόντα τρία έτη από την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ, και εκλείψουν οι άρχοντες που προέρχονται από την φυλήν του Ιούδα, τότε έρχεται βασιλεύς αλλόφυλος, στις ημέρες του οποίου θα γεννηθή ο Χριστός. Ο Δαρείος λοιπόν ο Μήδος την ανοικοδόμησε κατά το έκτον έτος της βασιλείας του, που αντιστοιχεί στο πρώτον έτος της εξηκοστής έκτης Ολυμπιάδος των Ελλήνων. Οι Έλληνες ονομάζουν Ολυμπιάδα τον αγώνα που τελείται κάθε τέσσερα χρόνια χάριν της ημέρας που συμπληρώνεται κάθε τετραετία. Διότι, σύμφωνα με την πορεία του ηλίου, περισσεύουν κάθε έτος τρεις ώρες. Ο Ηρώδης λοιπόν εβασίλευσε το τέταρτον έτος της εκατοστής ογδοηκοστής έκτης Ολυμπιάδος. Από την εξηκοστήν έκτη λοιπόν μέχρι την εκατοστήν ογδοηκοστήν έκτη μεσολαβούν εκατόν είκοσι Ολυμπιάδες και κάτι ακόμη. Οι εκατόν είκοσι λοιπόν Ολυμπιάδες αντιστοιχούν σε τετρακόσια ογδόντα έτη. Τα υπόλοιπα τρία έτη ίσως είναι αυτά που περιλαμβάνονται μεταξύ του πρώτου και του τετάρτου, κατά το οποίον εβασίλευσε ο Ηρώδης. Έχεις λοιπόν την απόδειξη σύμφωνο με αυτό που λέγει η Γραφή, ότι «από εξόδου λόγου του αποκριθήναι και του οικοδομηθήναι Ιερουσαλήμ, έως Χριστού ηγουμένου, εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξήκοντα δύο», δηλαδή τετρακόσια ογδόντα τρία έτη. Έχεις λοιπόν τώρα πλέον την απόδειξη της χρονολογίας ελεύσεως του Χριστού, αν και υπάρχουν και άλλοι τρόποι που δίδουν το ίδιο αποτέλεσμα με βάση τις εβδομάδες των ετών για τις οποίες προείπεν ο Δανιήλ.
Ακου τώρα τι λέγει ο Μιχαίας, σχετικά με τον τόπο της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. «Και συ Βηθλεέμ οίκος του Ευφραθά, μη ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα (δέν έχεις ουτε χιλίους κατοίκους δηλαδή). Εκ σου γαρ μοι εξελεύσεται ηγούμενος του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού (η εξουσία του δηλαδή) απ’ αρχής εξ ημερών αιώνος». Ήδη όμως γνωρίζεις, αφού είσαι Ιεροσολυμίτης, ότι και στον εκατοστόν τριακοστόν πρώτον ψαλμόν αναφέρεται η περιοχή στην οποία θα γεννηθή ο Μεσσίας. «Ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Ευφραθά, εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού». Και πράγματι, μέχρι προ ολίγων ετών ο τόπος αυτός ήταν δασώδης. Ήκουσες πάλι τον Αββακούμ που λέγει προς τον Κύριον. «Εν τω εγγίζειν τα έτη επιγνωσθήση, εν τω παρείναι τον καιρόν αναδειχθήση». Και ποιον είναι το σημείον, ω Προφήτα, του ερχομένου Κυρίου; Και αυτός συνεχίζει: «εν μέσω δύο ζώων (ανάμεσα σε δύο ζωές δηλαδή) γνωσθήση». Λέγει δηλαδή σαφώς προς τον Κύριον, ότι θα έλθης κοντά μας ένσαρκος, θα ζήσης την μία ζωή, θα αποθάνης, και αφού αναστηθής θα ζήσης πάλι.
Και από ποιό περίχωρο της Ιερουσαλήμ έρχεται; Από την Ανατολή, την Δύσι, τον Βορρά, τον Νότο; Ειπέ μας ακριβώς. Και αυτός αποκρίνεται σαφέστατα και λέγει: «ο Θεός από Θαιμάν ήξει (θα έλθει από τον Νότο, διότι Θαιμάν ερμηνεύεται νότος) και ο άγιος εξ όρους (Φαράν) κατασκίου (σκιερού) δασέος». Πράγμα με το οποίον συμφωνεί και ο Ψαλμωδός, ο οποίος είπεν «εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού (στη δασώδη πεδιάδα)».
Τώρα λοιπόν ζητούμε από ποιόν έρχεται και πώς έρχεται. Αυτό μας το λέγει ο Ησαϊας. «Ιδού η παρθένος εν γαστρί λήψεται, και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Οι Ιουδαίοι όμως αντιλέγουν σ’ αυτά (διότι έχουν συνηθίσει από παλαιά να αντιδρούν κακοπροαίρετα στην αλήθεια), και υποστηρίζουν ότι ο Προφήτης δεν έγραφε «η παρθένος» αλλά «η νεάνις» (η κόρη δηλαδή). Αλλά εγώ, και αν δεχθώ ως ορθόν αυτό που λέγουν, καταλήγω πάλι στην ιδίαν αλήθεια. Διότι πρέπει να τους ερωτήσωμε: Πότε φωνάζει μία παρθένος που βιάζεται; Καλεί σε βοήθεια πριν την διαφθείρουν ή μετά; Αν λοιπόν σε άλλο σημείο η Γραφή λέγει «εβόησεν η νεάνις και ουκ ην ο βοηθών αυτήν, άραγε δεν αναφέρεται σε παρθένον; Και για να μάθης σαφέστερα ότι στην θεία Γραφή και η παρθένος ονομάζεται νεάνις, άκου τι λέγει το βιβλίο των Βασιλειών για την Αβισάκ την Σουναμίτιδα. «Και ην η νεάνις καλή (ωραία) σφόδρα» και το ότι εξελέγη και προσεφέρθη στον Δαυίδ, επειδή ήταν παρθένος, έχει σαφώς ομολογηθή.
Λέγουν όμως πάλιν οι Ιουδαίοι, ότι αυτό ελέχθη από τον Προφήτη στον Άχαζ για τον Εζεκία. Ας αναγνώσωμε λοιπόν την Γραφή. Λέγει ο Θεός στον Άχαζ. «Αίτησαι σεαυτώ σημείον παρά Κυρίου του Θεού σου εις βάθος της γης ή εις ύψος του ουρανού». Αυτό το σημείο θα πρέπει να είναι πολύ παράδοξο, διότι σημείον είναι το ύδωρ που ανέβλυσε από την πέτρα, η θάλασσα που διεχωρίσθη, ο ήλιος που εστράφη οπίσω και τα παρόμοια. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο σημείο το να συλλάβη μια νέα, αλλά το να παραμείνη παρά ταύτα παρθένος. Αυτά όμως που θα λεχθούν στην συνέχεια, θα ελέγξουν φανερώτερα τους Ιουδαίους. Γνωρίζω ότι λέγω πολλά, και οι ακροαταί έχουν κουρασθή. Ανεχθείτε όμως το πλήθος των λόγων, επειδή λέγονται για τον Χριστό και όχι για τυχαία πράγματα. Αυτό λοιπόν ελέχθη από τον Ησαϊαν, όταν εβασίλευεν ο Άχαζ, ο οποίος εβασίλευσε μόνο δέκα έξι ετη, και η προφητεία ελέχθη προς αυτόν κατά την διάρκειαν αυτών των ετών. Έτσι την αντίρρηση των Ιουδαίων την καταρρίπτει ο ίδιος ο Εζεκίας, ο υιός και διάδοχος του Άχαζ, ο οποίος όταν έγινε βασιλεύς ήταν εικοσιπέντε ετών. Αφού λοιπόν η προφητεία ελέχθη μέσα στα δέκα έξι προηγούμενα έτη, ο Εζεκίας είχε γεννηθή εννέα έτη πριν την προφητεία. Ποία ανάγκη λοιπόν υπήρχε να λεχθή η προφητεία γι’ αυτόν ο οποίος είχεν ήδη γεννηθή, πριν από εννέα έτη και μάλιστα ο πατέρας του Άχαζ δεν είχε γίνει ακόμη βασιλεύς; Διότι δεν είπεν ότι «εν γαστρί έλαβεν η παρθένος» αλλά ότι «λήψεται (θα συλλάβη δηλαδή)» αφού ομίλησε προγνωστικώς…
Αλλά και οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι μας χλευάζουν, και ισχυρίζονται ότι ήταν αδύνατον ο Χριστός να γεννηθή από παρθένο. Τους εθνικούς κατ’ αρχήν θα τους αποστομώσωμε από τους ιδίους τους μύθους των. Σεις λοιπόν οι οποίοι υποστηρίζετε ότι είναι δυνατόν λίθοι ριπτόμενοι να μεταβάλλωνται σε ανθρώπους, πώς ισχυρίζεσθε ότι είναι αδύνατον να γεννήση παρθένος; Σεις που μυθολογείτε ότι έχει γεννηθή θυγατέρα από τον εγκέφαλο του πατέρα της, πώς λέγετε ότι είναι αδύνατον να γεννηθή υιός από παρθενικήν γαστέρα; Σεις που ισχυρίζεσθε ψευδώς ότι ο Διόνυσος εκυοφορήθη από τον μηρόν του Διός σας, πώς απορρίπτετε την ιδική μας αλήθεια; Γνωρίζω ότι με αυτά που λέγω υποτιμώ το πνευματικόν επίπεδο του ακροατηρίου αυτού, αλλά ανέφερα αυτά τα επιχειρήματα από την μυθολογία τους ώστε, όταν χρειασθή, να τους εντροπιάσης εσύ με τα ιδικά τους. Προς δε τους Ιουδαίους απάντησε με την εξής ερώτηση: Ποίον είναι δύσκολο, να γεννήση μία γυναίκα ηλικιωμένη και στείρα, στην οποίαν έχουν εκλείνει οι προϋποθέσεις της γονιμότητος, ή μία νεαρά παρθένος; Στείρα ήταν η Σάρρα, και ενώ το γεννητικό της σύστηνα είχε παύσει να λειτουργή, εγέννησε με τρόπον υπερφυσικό. Και το να γεννήση λοιπόν στείρα, και το να γεννήση παρθένος είναι ξένο προς την φύση. Ή θα απορρίψης λοιπόν και τα δύο ή θα δεχθής και τα δύο. Διότι ο ίδιος Θεός είναι που πραγματοποίησε και εκείνο στην στείρα και τούτο στην Παρθένο.
[Πολλά άλλα θαυμαστά γεγονότα ημπορούμε να υπενθυμίσωμε από την ιστορία των Ιουδαίων], αλλά αυτοί δεν πείθονται με αυτά, εάν δεν πληροφορηθούν πειστικώς με άλλες παρόμοιες και παράδοξες περιπτώσεις αντιθέτων προς την φύση τοκετών. Υπόβαλέ τους λοιπόν την εξής ερώτηση: Η Εύα, η πρώτη γυναίκα, από ποιόν εγεννήθη; Ποία μητέρα την συνέλαβε, αφού δεν υπήρχε άλλη γυναίκα; Απαντά η Γραφή, ότι εδημιουργήθη από την πλευρά του Αδάμ. Άραγε λοιπόν η μεν Εύα εγεννήθη από την πλευρά του ανδρός χωρίς μητέρα, όμως δεν ημπορεί να γεννηθή παιδί άνευ ανδρός από παρθενικήν γαστέρα; Την χρεωστούσε στους άνδρες το γένος του θήλεος αυτή την χάρη, διότι η Εύα εγεννήθη από τον Αδάμ και μάλιστα χωρίς να συλληφθή από μητέρα, αλλά προήλθε μόνον από άνδρα. Ανταπέδωσε λοιπόν η Μαρία το χρέος της χάριτος, γεννώντας με την δύναμη του Θεού, χωρίς την συμμετοχήν ανδρός, αλλά αφθόρως, μόνη της, «εκ Πνεύματος Αγίου».
Ας αναφέρωμε όμως και το ακόμη μεγαλύτερο θαύμα. Διότι το να γεννηθούν σώματα από άλλα σώματα, αν και παράδοξον, είναι όμως δυνατόν. Το να γίνη όμως το χώμα της γης άνθρωπος, αυτό είναι θαυμαστότερον. Το να σχηματισθούν οι χιτώνες των οφθαλμών μόνον από μίγμα πηλού και να δέχωνται τις φωτεινές ακτίνες, αυτό είναι επίσης θαυμαστότερον. Το να δημιουργήται από ένα και το αυτό χώμα και η σκληρότης των οστών και η απαλότης των πνευμόνων, και οι διάφορες άλλες μορφές και δομές των μελών, αυτό είναι το θαυμαστόν. Το να λάβη ζωήν ο πηλός και να περιέρχεται αυτοκινήτως την οικουμένη και να οικοδομή, αυτό είναι το θαυμαστόν. Το να διδάσκη ο πηλός και να ομιλή, να κτίζη και να βασιλεύη, αυτό είναι το θαυμαστόν. Ω αμαθέστατοι Ιουδαίοι, από πού λοιπόν έγινεν ο Αδάμ; Δεν «έλαβεν ο Θεός χουν από της γης» και έπλασεν αυτό το θαυμάσιον πλάσμα; Έπειτα, ο πηλός ημπορεί να μεταβληθή σε οφθαλμό, και η παρθένος να γεννήση δεν ημπορεί; Εκείνο που είναι εντελώς έξω από τις ανθρώπινες δυνατότητες ημπορεί να γίνη, και αυτό που είναι σχεδόν σ’ αυτά τα πλαίσια δεν γίνεται;
Ας κρατούμε αυτά στην μνήμη μας, αδελφοί. Αυτά τα όργανα ας χρησιμοποιούμε για να αμυνώμεθα. Να μην ανεχώμεθα τους αιρετικούς, οι οποίοι διδάσκουν ότι είναι φανταστική η ένωσις των δύο φύσεων στον Χριστόν. Ας περιφρονήσωμε και αυτούς που λέγουν πως η γέννησις του Σωτήρος έγινε με την συνέργεια ανδρός και γυναικός, αυτούς οι οποίοι ετόλμησαν να ειπούν ότι προήλθε από τον Ιωσήφ και την Μαρία, επειδή γράφει «και παρέλαβε την γυναίκα αυτού». Ας ενθυμηθούμε τον Ιακώβ, ο οποίος πριν λάβη την Ραχήλ έλεγε στον Λάβαν: «Απόδος την γυναίκα μου». Όπως δηλαδή εκείνη ονομάζετο γυναίκα του Ιακώβ, πριν ακόμη τον γάμο και μόνο με την υπόσχεση που είχε δοθή, έτσι και η Μαρία, άπαξ και εμνηστεύθη ονομάζετο γυναίκα του Ιωσήφ. Και πρόσεξε την ακρίβεια του Ευαγγελίου, που λέγει «εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο Άγγελος Γαβριήλ από του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ης όνομα Ναζαρέτ, προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ω όνομα Ιωσήφ» και τα λοιπά. Και πάλιν, όταν ήταν η απογραφή, και ο Ιωσήφ ανέβη για να απογραφή, τί λέγει η Γραφή; «Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω». Ήταν έγκυος λοιπόν. Δεν είπεν όμως «τη γυναικί αυτού», αλλά «τη μεμνηστευμένη αυτώ». Πράγματι, όπως λέγει ο Παύλος, «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού», ο οποίος εγεννήθη όχι από άνδρα και γυναίκα, αλλά «γενόμενον εκ γυναικός» μόνον, που σημαίνει από παρθένο. Το ότι και η παρθένος λέγεται γυναίκα το προαπεδείξαμε. Από παρθένο λοιπόν εγεννήθη ο παρθενοποιός των ψυχών.
Αλλά απορείς με αυτό το γεγονός; Και αυτή η ιδία που τον εγέννησε ευρίσκετο σε απορία. Επειδή λέγει προς τον Γαβριήλ: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Και αυτός απαντά: «Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι. Διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται, Υιός Θεού». Αχραντος και αρρύπαρος η γέννησις. Διότι όπου πνέει το Αγιον Πνεύμα, εξαφανίζεται κάθε μολυσμός. Είναι αρρύπαρος η ένσαρκος γέννησις του Μονογενούς από την Παρθένο. Και αν αντιδρούν οι αιρετικοί προς την αλήθεια, θα τους ελέγξη το Πνεύμα το Άγιον. Θα αγανακτήση η Δύναμις του Υψίστου, η οποία επεσκίασε την Παρθένο. Θα έλθουν αντιμέτωποι με τον Γαβριήλ κατά την ημέρα της Κρίσεως. Θα τους καταισχύνη ο τόπος της Φάτνης, ο οποίος εδέχθη τον Δεσπότη. Θα καταθέσουν ως μάρτυρες οι ποιμένες που ευηγγελίσθησαν τότε, και η στρατιά των αγγέλων που έψαλλαν και υμνούσαν και έλεγαν. «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Θα μαρτυρήσουν ο Ναός, στον οποίον οδηγήθη την τεσσαρακοστήν ημέρα. Τα ζεύγη των τρυγόνων που προσεφέρθησαν υπέρ αυτού και ο Συμεών, ο οποίος τότε τον ενηγκαλίσθη και η Προφήτις Άννα που ήταν παρούσα. Αφού λοιπόν μαρτυρεί ο Θεός και συμμαρτυρεί το Αγιον Πνεύμα και ο Χριστός λέγει: «Τί με ζητείτε αποκτείναι, άνθρωπον oς την αλήθειαν υμίν λελάληκα», ας κλείσουν τα στόματά τους οι αιρετικοί που αντιλέγουν στην ανθρωπίνη φύση του Χριστού. Πράγματι έρχονται σε διαφωνία με αυτόν που λέγει: «ψηλαφήσατέ με και ίδετε, ότι πνεύμα, σάρκα και οστέα ουκ έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα». Ας προσκυνήσωμε τον Κύριο που εγεννήθη από Παρθένο, και ας μάθουν οι παρθένοι το έπαθλο της πολιτείας των. Ας μάθη και των μοναχών το τάγμα την δόξα της αγνότητος. Διότι δεν έχουμε στερηθή το αξίωμα της αγνότητος. Στην γαστέρα της Παρθένου έμεινεν ο Σωτήρ, εννέα μήνες και έγινεν ο Κύριος άνδρας τριάντα τριών ετών. Ώστε αν η Παρθένος καυχάται για το διάστημα των εννέα μηνών που τoν εκράτησε μέσα της, πολύ περισσότερον εμείς που τον είχαμε τόσο πολλά έτη κοντά μας.
Ας τρέξωμε λοιπόν όλοι, με την χάρη του Θεού, στον δρόμο της αγνότητος, «νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων», όχι ζώντας με ακολασίες, αλλά υμνώντας το όνομα του Χριστού. Να μην αγνοήσωμε την δόξα της αγνότητος, διότι είναι αγγελικός ο στέφανος και υπεράνθρωπον το κατόρθωμα. Ας σεβασθούμε τα σώματα, που μέλλουν «να λάμψουν ως ο Ήλιος». Μη μολύνωμε για μία στιγμιαίαν ηδονή το σώμα, που έχει τοιαύτην και τόσο μεγάλην αξία. Πράγματι, η αμαρτία είναι σύντομος και προσωρινή, η εκτροπή όμως είναι πολυετής και αιώνιος. Άγγελοι που περιπατούν επάνω στην γη είναι όσοι αγωνίζονται για την αγνότητα. Οι παρθένοι θα ευρίσκωνται μαζί με την Παρθένο Μαρία.
Ας εξορισθή κάθε καλλωπισμός και κάθε ολέθριον βλέμμα, κάθε βάδισμα συρόμενο και κάθε ένδυμα και άρωμα προκλητικόν. Ας είναι για όλους μας άρωμα η ευωδία της προσευχής και των αγαθών πράξεων και ο αγιασμός των σωμάτων, ώστε ο Κύριος, ο οποίος εγεννήθη από την Παρθένον, να ειπή και για μας, τους άνδρες που ζουν με αγνότητα, και τις γυναίκες που στεφανώνονται γι’ αυτήν: «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός». Ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
[4ος αιών - Κατηχήσεις Αγίου Κυρίλλου (ΙΒ' προς τους Φωτιζομένους, Εκδόσεις Ετοιμασία), σελ. 214. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 609 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς]
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2105


αντιγραφή από εδώ

«Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν» Ομιλία εις την Κυριακή προ των Χριστουγέννων



Του Αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού


Σε λίγες μέρες έρχονται τα Χριστούγεννα, εορτή η οποία είναι μία εκ των μεγαλυτέρων εορτών της Χριστιανοσύνης. Η μητρόπολη των εορτών, όπως την ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα εορτάσουμε τα Χριστούγεννα και θα θυμηθούμε το πώς γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.
Ιησούς! Το ομορφότερο και γλυκύτερο όνομα που ακούστηκε στο πλανήτη της γης. Αλλά ταυτόχρονα και το πιο παρεξηγημένο όνομα που έγινε αιτία διαχωρισμού του κόσμου μας στα δύο. Στους πιστούς και τους απίστους. Στους ανθρώπους που αγωνίζονται να εφαρμόσουν στη ζωή τους τα διδάγματα του Χριστού και στους ανθρώπους που είναι ενάντιοι του Χριστού. Από την ώρα που στη Βηθλεέμ γεννιόταν ο Χριστός, ο Ιδρυτής της Εκκλησίας μας, ο κόσμος μας χωρίστηκε στην προ Χριστού και στην μετά Χριστόν εποχή.
Ιησούς! Είναι το γλυκύτερο όνομα. Γιατί; Επειδή το ύμνησαν πρώτα όχι άνθρωποι αλλά οι άγγελοι. Και τούτο συνέβη όταν οι άγγελοι στη Βηθλεέμ έψαλλαν ενώπιον των ποιμένων το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Ιησούς! Είναι ακόμα το αγιότερο πρόσωπο της ιστορίας. Είναι η πιο μεγάλη και ιερή μορφή όλων των αιώνων. Η παρουσία του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε βάλσαμο παρηγοριάς για κάθε πονεμένο άνθρωπο. Στους θλιβομένους είναι η παραμυθία. Ο Χριστός είναι τέλος, το κυριότερο, ο Σωτήρας μας από την αμαρτία. Είναι ο λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.
Λίγες μέρες μας απέμειναν για να εορτάσουμε το χαρμόσυνο τούτο μήνυμα της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. Και η Εκκλησία, όλος ο Χριστιανικός κόσμος, χαίρεται και αγάλλεται. Ο δε Ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλοντας να τονίσει ότι ο Ιησούς εκτός από Τέλειος Θεός είναι και Τέλειος άνθρωπος, αναφέρει το γεννεαλογικό Του δένδρο. Αναφέρει τους προγόνους του Χριστού γιατί κατά το νόμο του Μωϋσή ο Χριστός είχε προγόνους. Ακόμα και ο Ιωσήφ, που ήταν προστάτης της Παναγίας και του Χριστού, φαίνεται στο νόμο ως πατέρας Του. Όλοι μας όμως γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας του Χριστού δεν βρίσκεται στη γη αλλά στους ουρανούς.
Έτσι άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστωρα Ιωσήφ, όπως βλέπουμε στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα, και του μηνύει ότι η γυναίκα που φυλάγει και προστατεύει, η Υπεραγία Θεοτόκος, θα φέρει στο κόσμο παιδί. Το παιδί αυτό όμως δεν θα είναι σαν τα άλλα παιδιά. Θα γεννηθεί εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Και τέλος, αναγγέλλει ο άγγελος στον Ιωσήφ και το όνομα του παιδίου. Τι του λέει; Το όνομα του παιδιού θα είναι Ιησούς γιατί, όπως λέει πάλι ο άγγελος, δικαιολογώντας το όνομα αυτό, «ούτος γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Ιησούς λοιπόν το όνομα του Θείου Βρέφους. Με το όνομα αυτό περνά στην ιστορία. Είναι όνομα Θεοδώρητο. Δεν το’ δωσαν, αδελφοί μου, άνθρωποι αλλά ο ίδιος ο Θεός μέσω του αγγέλου. Ο Θεός, λέει ο απ. Παύλος, «εχαρίσατο ημίν όνομα, το υπερ παν όνομα», στο οποίο, όπως λέει πάλι στους Φιλιππησίους ο Παύλος, «παν γόνυ κάμψη, επουρανίων, και επιγείων και καταχθονίων». Όλοι πρέπει να προσκυνούμε το Χριστό γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δόξα. Το όνομα του Ιησού έγινε το στήριγμα των αδυνάτων και αδικημένων. Έγινε το φως όλων εκείνων που πορεύονται στα μονοπάτια αυτής της ζωής.
Το όνομα του Ιησού έγινε η ειρήνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Θα μου πείτε, όμως. Υπάρχει σήμερα ειρήνη; Δεν υπάρχει, πράγματι, διότι λείπει η πίστη στο όνομα του Ιησού. Αν είχαμε ακράδαντη πίστη στον Ιησού θα είχαμε και ειρήνη πάνω στο πλανήτη της γης.
Τι να σημαίνει, όμως, αυτό το όνομα Ιησούς; Είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει σωτήρ. Και ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος Σωτήρας γιατί μας έσωσε από τις αμαρτίες μας. Μας έσωσε από τον ανθρωποκτόνο διάβολο. Γιατί πριν έρθει ο Χριστός στο κόσμο ο διάβολος είχε εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Όμως από την ώρα που το άστρο της Βηθλεέμ έδειξε το τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός, αυτόματα γεννήθηκε και η ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων. Γεννήθηκε η ελπίδα για τη νίκη του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου.
Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας. Ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των Εθνών, η γλυκειά απαντοχή όλων των αιώνων, η ελπίδα του περιουσίου λαού του Θεού, το όραμα των Πατριαρχών, το κήρυγμα των προφητών, ο αναμμενόμενος Μεσσίας. Και ήρθε για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού και γής. Πριν την έλευση του Χριστού στη γη ο άνθρωπος ήταν εχθρός του Θεού εξαιτίας της αμαρτίας. Όμως ο Χριστός γεννώμενος άνθρωπος ένωσε τα διεστώτα, Θεό και άνθρωπο, και μας έδωσε τη δυνατότητα να σωθούμε δι’ Αυτού. «Ουκ έστι εν άλλω ουδενί η σωτηρία ειμή δια του Ιησού Χριστού» λέει στο Ιουδαϊκό συνέδριο ο απ. Πέτρος. Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο από απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Ο Ιησούς μας έδωσε αιώνια παράκληση και ελευθερία και τη χαρά της αιωνίου ζωής.
Ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα. Πως θα εορτάσουμε τούτη την εορτή; Άς ξεχάσουμε, αδελφοί, την κοσμοχαλασιά που γίνεται γύρω μας. Άς λησμονήσουμε για λίγο το εορταστικό περίγυρο, τους φωταγωγημένους δρόμους, τις στολισμένες βιτρίνες, το θόρυβο της αγοράς, τη κίνηση των ανθρώπων και την ανταλλαγή δώρων και ευχών, και άς αναρωτηθούμε: Ποια θέση έχει μέσα μας ο Χριστός; Πολύ φοβούμαι ότι η απάντηση που θα λάβω είναι εντελώς αρνητική. Ακόμα και για μας τους χριστιανούς ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών της ζωής μας. Είναι ο βαθειά λησμονημένος, ο άγνωστος. Οι πολλοί, δυστυχώς, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Χωρίς τα χείλη μας να τον αναφέρουν, χωρίς η καρδιά μας να τον πιστεύει και να τον αγαπά. Χωρίς ο νους μας να τον σκέπτεται. Χωρίς η ύπαρξή μας να αισθάνεται τη χαρά της λυτρώσεως. Χωρίς η ζωή μας να τον έχει οδηγό και κυβερνήτη της.
Χριστούγεννα όμως χωρίς Χριστό είναι ουτοπία, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι μόνο ένα κοινωνικό γεγονός, ένας τύπος, που η αξία του έγκειται μονάχα σε κάποια εναλλαγή που προσφέρει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος βασανίζεται από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και το άγχος των βιωτικών φροντίδων. Αλλοίμονο, όμως, αν ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό, αν θέλουμε να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, άς προσέξουμε αδελφοί και να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου αυτού γεγονότος. Να νοιώσουμε το μήνυμα της εορτής. Οφείλουμε να αναζητήσουμε μαζί με τους μάγους τον Ιησού. Ο Κύριος και η Εκκλησία Του να γίνει το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.
Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού να είναι στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ παν όνομα, να είναι στα χείλη όλων των χριστιανών. Να τον δοξάζουμε και να τον υμνούμε με τόλμη και θάρρος. Με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο απ. Παύλος προς τους χριστιανούς της Ρώμης: «εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν και πιστέψης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός Αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση». Και ο άγ. Νικόδημος ο αγιορείτης αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον είναι ή το να μελετά τις το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού; Ποία δε έννοια και ενθύμησις είναι χαριεστέρα και Θειοτέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και Θεοπρεπούς, φοβερού ονόματος του Ιησού;» Σ’ όλους δε ημάς που ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαίας παραγγέλει: «βοάτε το όνομα Αυτού, αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα Αυτού, μιμνήσκεσθε ότι υψώθη το όνομα Αυτού».
Ο Χριστός ακόμα να είναι μέσα στη καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος της καρδιάς μας να είναι ο Ιησούς. Ο Υψηλός Επισκέπτης, η πρώτη μας αγάπη, ο κορυφαίος μας πόθος, ο αληθινός έρωτάς μας. Το να κατοικεί μέσα μας ο Χριστός είναι το ιερώτερο και μεγαλύτερο δείγμα της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Παύλος, μια καρδιά που αξιώθηκε να αγαπά βαθειά τον Ιησού, έγραφε: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή διωγμός, ή στενοχωρία ή μάχαιρα;» Τίποτα απ’ όλα αυτά.
Τέλος, ο Χριστός να βρίσκεται μέσα στην ζωή μας. Στην οικογένειά μας, στην εργασία μας, ακόμα και στη ψυχαγωγία μας. Οδηγός της ζωής μας να είναι ο Χριστός. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Άς τον παρακαλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών μας. Είναι το φώς. Άς τον ικετεύσουμε να έρθει και να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής μας. Είναι η αλήθεια. Άς τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Άς τον παρακαλέσουμε να διώξει το πόνο και τις θλίψεις της ζωής μας.. Να τον παρακαλέσουμε ακόμη να διώξει και την αδικία φέρνοντας τη δική του δικαιοσύνη στη γη μας. Να φωτίσει τους άρχοντές μας ούτως ώστε να κυβερνούν τον κόσμο μας με αγάπη και ειρήνη.
Αδελφοί μου! Οι μάγοι πήγαν στη Βηθλεέμ και έδωσαν τα δώρα τους. Έδωσαν τα δώρα της αγάπης τους. Χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εμείς να δώσουμε στο Χριστό την αγάπη μας, την πίστη μα και την ευλάβειά μας με ταπείνωση. Και να τον προσκυνήσουμε νοερά μαζί με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους μάγους της Ανατολής. Να τον προσκυνούμε δε με αγάπη και πίστη προς Αυτόν ψάλλοντας μαζί με τους αγγέλους του Θεού το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
http://www.enoriaka.gr/

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

KYΡΙΑΚΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

     
«Το συμβαίνον όνομα τίθησι. Και έθος τούτο τη Γραφή, τα συμβαίνοντα πράγματα αντί ονομάτων τιθέναι». (Χρυσόστομος) 
 
Το όνομα Εμμανουήλ καταγράφει μια πραγματικότητα ότι ο Θεός είναι μαζί μας. Αυτό επισημαίνει εδώ ο Χρυσόστομος και το συνηθίζει, λέει, αυτό η Αγία Γραφή. Γιατί δίδει ονόματα, που φανερώνουν αλήθειες και πραγματικότητες.

Ένας άλλος ερμηνευτής παρατηρεί. Η Ορθόδοξη ερμηνεία του ονόματος Εμμανουήλ είναι Θεάνθρωπος. Στο πρόσωπο, δηλαδή, του Χριστού μας έγινε πραγματική ένωση της θεϊκής φύσεως, δηλαδή του Θεού, με την ανθρώπινη φύση. Αυτό σημαίνει ότι: Τώρα τα Χριστούγεννα δεν γιορτάζουμε τη γέννηση ενός ανθρώπου απλού σαν και μας ούτε γεννήθηκε μόνο Θεός, άσχετος με μας. Γεννάται κάθε χρόνο ο Θεάνθρωπος. Συγγενής μας σαν άνθρωπος και λυτρωτής μας ο Θεός.
 
Ανάμεσα μας, μαζί μας, πλάι μας, μέσα μας ο Παντοδύναμος. Ό γεμάτος αγάπη για μας, ο φίλος και προστάτης μας, ο βοηθός και Σωτήρας μας, ο πανάγαθος Κύριος είναι μαζί μας. Όσο βαθιά τον πιστεύομε και τον αποζητούμε, γίνεται και παραμένει μέλος της συντροφιάς μας, και της οικογένειάς μας. Η πιστή οικογένεια δεν έχει μόνο Πατέρα, μητέρα, παιδιά. Ζει και αισθάνεται την παρουσία του Πατέρα, φίλου και αδελφού του Χριστού. Πάντως Εκείνος έτσι αισθάνεται και για τον άπιστο. «Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος» μας λέει με το στόμα του Χρυσοστόμου. Είμαι για σένα πατέρας, αδελφός και σύζυγος. Είμαι το σπίτι σου γιατί μέσα μου θα κατοικείς και συ. Αναλαμβάνω να σε τρέφω, με ουράνια τροφή θα σε σκεπάζω σαν το πολυτιμότερο ρούχο, θεμέλιο και ρίζα στη ζωή σου εγώ θα σε στηρίζω και θα σε τρέφω, όπως οι ρίζες τα φυτά. Ήρθα για σένα πρεσβευτής του Θεού να σε σώσω.
 
Στον ουρανό παρακαλώ το Θεό για τη σωτηρία σου. Δεν υπάρχει καλλίτερος φίλος.
Κάθε ψυχή που πιστεύει, όταν προφέρει το όνομα Εμμανουήλ, νοιώθει βαθιά μία γαλήνη, να τονώνει, να ζεσταίνει το είναι της. Νοιώθει ενωμένη, αγκαλιασμένη με τον ύψιστο Θεό.
 
Στην πιο μεγάλη τρικυμία της ζωής, ο πιστός αισθάνεται γαλήνη στην ψυχή του απέραντη δεν τον ταράζει τίποτα στη ζεστή αγκαλιά του παντοδύναμου. Ας έρθουν χίλιοι ανεμοστρόβιλοι στη ζωή του ας ανάψουν πυρκαγιές οι φωτιές να τον κάψουν. Εκείνος δροσίζεται και μόνο που αισθάνεται την παρουσία του Εμμανουήλ. Γιατί συζεί με τον Χριστόν μας, νοιώθει ασφάλεια, ειρήνη, ευφροσύνη και γαλήνη απέραντη.
  
Και στη δοκιμασία της χαράς ο Εμμανουήλ μας είναι απαραίτητος. Όταν η επιτυχία, η καλοπέραση, η χαρά και τα αγαθά τα υλικά δοκιμάζουν τον χαρακτήρα μας και την ψυχή μας, η συναίσθηση της παρουσίας του Θεού μας συγκρατεί. Γιατί κινδυνεύουμε τότε να το πάρουμε πάνω μας να ξεχάσουμε τον εαυτό μας, το πως είμαστε άνθρωποι να ξεχάσουμε τους συνανθρώπους μας, είναι άνθρωποι και αυτοί, να χάσουμε την πίστη μας να ξεχάσουμε τον ίδιο το Θεό μας. Επικίνδυνες οι ώρες της καλοπέρασης. Είναι τότε μεγάλη ανάγκη να θυμόμαστε και να λέμε στον εαυτό μας: «Εμμανουήλ είναι μαζί μου ο Θεός. Όλα τα καλά τα προσφέρει Εκείνος. Δεν έφερα τίποτα μαζί μου όταν γεννήθηκα. Ό,τι έχω και δεν έχω το οφείλω στην αγάπη Του. Τον ευχαριστώ πολύ. Τον δοξάζω με όλη την ψυχή μου. Ολόθερμα τον ευλογώ, που καταδέχεται να βρίσκεται κοντά μου και να συζεί με μένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο μπροστά του».
  
Χαρά σε κείνους που αισθάνονται την παρουσία του Χριστού παντοτινή κοντά τους. Και αλήθεια πόσο αδικούν τον εαυτό τους, όσοι δεν ενδιαφέρθηκαν, δεν πίστεψαν και δεν αισθάνθηκαν ενδόψυχα τον ίδιο τον Χριστό παντοτινά κοντά τους.
 
 
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙΤΑΙ "ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ"  ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΥΨΩΣΕΩς ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ