«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Η ΕΚΛΥΣΙΣ ΤΩΝ ΗΘΩΝ


ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ…»· ἔτσι ἀρχίζει, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ὅπως καὶ ὅλα σχεδὸν τὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα.

Τὴ φράσι «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ἅμα τὴν ἀκούσουν μερικοί, κοροϊδεύουν ―ἴσως τό ᾽χετε ἀκούσει κ᾽ ἐσεῖς― καὶ λένε περιφρονητικά· «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»!…, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο πάλιωσε πλέον, εἶνε ἀπηρχαιωμένο, κι ὅτι σήμερα ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα ἄλ λο «Εὐαγγέλιο». Ἐν τούτοις ἡ φράσις« τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»ἔχει τὴ θέσι της· ὅπως θὰ δοῦμε, τὸ Εὐαγγέλιο δὲν πάλιωσε. Εἶνε βιβλίο ποὺ δὲν παλιώνει. Εἶνε ὅπως ὁ ἥλιος. Εἶνε ὁ πνευματικὸς ἥλιος τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁ ἥλιος, τὰ ἄστρα, οἱ γαλαξίες, ὅπως λέει ἡ Γραφὴ(βλ. Ἑβρ. 1,11-12 [Ψαλμ. 101,27]. Ἀπ. 6,14)καὶ ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐπιστήμη, θὰ παρέλθουν. Μιὰ μέρα ὁ ἥλιος θὰ σβήσῃ ὅ πως σβήνει ἕνα καντήλι ἅμα λείψῃ τὸ λάδι του.

Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Θὰ μείνῃ αἰώνιο τὸ Εὐαγγέλιο.

Τὸ εὐαγγέλιο σήμερα περιγράφει ἕνα ἐπεισόδιο, ἕνα ἱστορικὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη παλαιὰ σὲ κάποια γωνία τοῦ κόσμου· καὶ ἐνῷ πέρασαν ἀπὸ τότε δεκαεννέα αἰῶνες, νομίζεις ὅτι ἡ ἱστορία αὐτὴ εἶνε σύγχρονη. Ἀναφέρει 3 - 4 ὀνόματα, ποὺ τότε ἔκαναν κρότο μὰ τώρα λησμονήθηκαν. Ἐὰν λοιπὸν πιάσετε καὶ ἀντι- καταστήσετε τὰ ὀνόματα αὐτὰ μὲ μερικὰ ὀνόματα τῆς σημερινῆς ζωῆς, θὰ δῆτε ὅτι τὸ εὐαγγέλιο γίνεται μία ἐπίκαιρη διήγησι, ἕνας

καθρέφτης τῆς δικῆς μας κοινωνίας. Τί λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔγινε «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»; Στὴν Παλαιστίνη, σ᾽ ἕνα φωτόλουστο ἀνάκτορο, γινόταν δεῖπνο· ἂν θέλετε νὰ τὸ ποῦμε μὲ σημερινὴ γλῶσσα, γινόταν μιὰ δεξίωσι, ἕνα πάρτυ. Ποιός ἔκανε τὴ δεξίωσι; Ἕ-νας βασιλιᾶς, ὁ Ἡρῴδης. Ποιός Ἡρῴδης; Ὄχι αὐτὸς ποὺ ἔσφαξε τὰ νήπια τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ ὁ γυιός του, ἀντάξιο παιδὶ ἢ μᾶλλον ἐπηυ- ξημένη ἔκδοσι τῆς κακίας καὶ διαφθορᾶς τοῦ πατέρα του. Αὐτὸς λοιπόν, ὁ Ἡρῴδης Ἀντί- πας, ἔκανε τὴ δεξίωσι - τὸ πάρτυ.

Εἶχε καλέσει πολλούς. Ὄχι βέβαια ἀπὸ τὸ φτωχὸ λαό· οἱ μεγάλοι δὲν καλοῦν φτωχούς.

Εἶχε καλέσει τὴν ἀφρόκρεμα ―γράφε, μετὰ συγχωρήσεως, τὴν κοπρόκρεμα― τῆς κοινωνίας.

Ὅ,τι ἐκπροσωποῦσε τὸν πλοῦτο καὶ τὴν ἐξουσία, ἦταν ἐκεῖ. Καὶ διασκέδαζαν, ἔτρωγαν κ᾽ ἔπιναν. Ἐκεῖ λοιπόν, τὴ νύχτα αὐτή, ἔγινε κάτι φοβερό.

Ἐνῷ αὐτοὶ διασκέδαζαν, λίγα βήματα παρακάτω (τότε κοντὰ στὰ ἀνάκτορα ἦταν καὶ τὰ φρούρια), μέσ᾿ στὸ μπουντρούμι τῆς φυλα κῆς, δεμένος μὲ ἁλυσίδες, ἦταν κάποιος κρατούμενος. Ποιός; Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.

Ποιό τὸ ἔγκλημά του; Τί ἔκανε; σκότωσε; κλεψε; ἀτίμασε; διέφθειρε; πλαστογράφησε;

Τίποτε ἀπ᾽ αὐτά. Τότε ποιό ἦταν τὸ ἔγκλημά του; Εἶπε τὴν ἀλήθεια. Μάλιστα· σὲ ἐποχὴ ἠθικῆς καταπτώσεως καὶ διαφθορᾶς, ὅποιος τολμᾷ νὰ πῇ τὴν ἀλήθεια κάνει ἔγκλημα. Εἶσαι κάπου ὑπάλληλος; τόλμησε νὰ πῇς τὴν ἀλήθεια, ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα θὰ ἀπολυθῇς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία σου.

Ποιά ἀλήθεια εἶπε ὁ Ἰωάννης; Κάτι ποὺ δὲν τόλμησαν νὰ ποῦν οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, οἱ ἀξιωματοῦχοι καὶ στρατηγοὶ ποὺ περικύκλωναν τὸ βασιλιᾶ. Ἕνας μόνο τόλμησε νὰ τὸ πῇ, αὐτός, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κάππα του δὲν εἶχε τίποτα, οὔτε σπίτι οὔτε καλύβα οὔτε κρεβάτι· στρῶμα του ἦταν ἡ ἀμμουδιὰ τῆς ὄχθης τοῦ Ἰορδάνου· ἀπὸ ᾽κεῖ ἔπινε νερὸ μὲ τὶς φοῦχτες, κ᾽ ἔτρωγε ἄγρια χόρτα τῆς ἐρήμου,«ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγρον»ποὺ λέει τὸ εὐαγγέλιο(Μᾶρκ. 1,6).

Ὁ Ἰωάννης λοιπὸν ἀνέβηκε τὰ σκαλιὰ τῶν ἀνακτόρων καὶ τί εἶπε· ἤλεγξε τὸ βασιλιᾶ. Τί εἶχε κάνει ὁ βασιλιᾶς; Πρῶτον χώρισε τὴ γυναῖκα του. Δεύτερον πῆρε ἄλλη γυναῖκα, τὴν Ἡρῳδιάδα. Τρίτον ἡ Ἡρῳδιὰς ἦταν συγγενής του, γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του, ἔκανε δηλα- δὴ αἱμομειξία. Τέταρτον δὲν ἔκρυβε τὴ σχέσι

του μαζί της, ἀλλὰ ἐμφανιζόταν μὲ τὴν παλλακίδα δημοσίως. Πέμπτον, ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς γυναίκας φυλάκισε τὸν Ἰωάννη. Διότι ὁ ἐρημίτης, ὅπως εἴπαμε, ἀνέβηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ ὁ λόγος του ἔπεσε σὰν ἀστροπελέκι. Δὲν εἶπε πολλά– δὲ χρειάζονται πολλά. Οὔτε δέκα λέξεις· Βασιλιᾶ, «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖ κα τοῦ ἀδελφοῦσου», δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃς σύζυγο τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου(Μᾶρκ. 6,18). Αὐτὴ τὴνἀλήθεια εἶπαν τὰ χείλη τοῦ Προδρόμου, κι ἀμέσως κλείστηκε στὶς φυλακές.

Καὶ τώρα, κοντὰ στὰ πέντε αὐτὰ ἐγκλήματα, ὁ Ἡρῴδης ἔρχεται νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ τελευταῖο. Τὴ νύχτα ἐκείνη πάνω στὸ φαγοπό τι εἶχαν καὶ χορό,χορὸ ἀκόλαστο. Καὶ ἐκεῖ διέπρεπε ἕνα κοριτσόπουλο, ἡ κόρη τῆς μοιχαλίδος Ἡρῳ - διάδος, ποὺ κατὰ τὴν παράδοσι λεγόταν Σαλώμη. Αὐ τὴ κατέπληξε ὅλους. Καὶ ὁ βασιλιᾶςμα- γεύτηκε τόσο, ὥστε τῆς ὑποσχέθηκε νὰ τῆς δώσῃ βραβεῖο. Τί βραβεῖο; Ζήτησέ μου, τῆς λέει, ὅ,τι θέλεις, ἕως καὶ τὸ μισό μου βασίλειο.

Κι αὐτή; Τί δὲ μποροῦσε νὰ ζητήσῃ! καὶ ἀσήμι καὶ χρυσάφι καὶ διαμάντια καὶ στέμματα κι ὅ,τι ἄλλο. Καὶ τί ζήτησε τὸ τέκνον τῆς ἀνομίας; Ὤ κακία τῆς γυναίκας! Τὰ βάθη τῶν ὠκεανῶν τὰ ἐρευνᾷ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὰ βάθη τῆς κακίας τῆς γυναίκας δὲν φτάνει νὰ τὰ δῇ. Αὐτὴ λοιπόν, ἀφοῦ συμβουλεύτηκε τὴ μάνα της ποὺ δὲν ὑπέφερε τὸν ἔλεγχο τοῦ Ἰωάννου, ζήτησε «ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ»(Μᾶρκ. 6,25). Καὶ ὁ Ἡρῴδης ―μὲ μεγάλη λύπη, γιατὶ κατὰ βάθος ἐκτιμοῦσε τὸν Ἰωάννη ὡς ἅγιο ἄνδρα― διατάζει τὸ ἀπόσπασμα νὰ πάῃ στὴ φυλακή. Κ᾽ ἐκεῖ, τὰ μεσάνυχτα, ξίφος ἄστραψε καὶ ἔκοψε τὴν κεφαλὴ ἐκείνου ποὺ ἔζησε στὸν κόσμο ὡς ἐπίγειος ἄγγελος.

Βλέπετε, ὅσοι νομίζετε ὅτι εἶνε ἀθῷες οἱ διασκεδάσεις, τι στοίχισε ἕνας χορός; ―Ἄ, δὲν εἶνε τίποτα! δὲν κάνουν κάτι κακὸ τὰ κορίτσια μας στὸ πάρτυ· τί, καλόγεροι θὰ γίνουμε;… Ὁρίστε λοιπόν· ἕνας χορὸς στοίχισε τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. Καὶ σχολιάζων τὸ χωρίο αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει – καὶ τὰ λόγια του μένουν αἰώνια·«Ὅπου χορός, ἐκεῖ διάβολος»(εἰς Ματθ., ὁμ. ΜΗ΄· Ε.Π.Ε. 10,868-872).

Ἰδού πῶς ὅ,τι συνέβαινε «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» συμβαίνει καὶ σήμερα. Πόσο σύγχρονο τὸ εὐαγγέλιο!εἶνε μιὰ ζωγραφιὰ τῆς σημερινῆς ζωῆς.

Ὅπως, ἀγαπητοί μου, ἡ τότε κοινωνία κατέπιπτε ἠθικῶς καὶ θρησκευτικῶς καὶ στὸν δημόσιο βίο κυριαρχοῦσαν ὁ Ἡρῴδης, ἡ Ἡρῳδιὰς καὶ ἡ Σαλώμη, ἔτσι καὶ στὴ σημερινὴ γενεά, ὄχι μία ἀλλὰ πολλὲς Ἡρῳδιάδες καὶ Σαλῶμες κυριαρχοῦν, καὶ ἡ στάθμη τῆς κοινωνίας πέφτει κατακορύφως. Ἀναφέρω μερικὰ στιγμιότυπα ἀπ᾽ ὅσα ἔρχονται στὰ αὐτιά μου.

Ἀκούω στὸ τηλέφωνο μιὰ μάνα νὰ κλαίῃ·

Κάποιος πῆρε τὸ κορίτσι μου, τὸ πῆγε μακριά, τὸ ἀτίμασε, καὶ τώρα δὲ θέλει νὰ τὸ πάρῃ…

Δὲν περνᾶνε δυὸ μέρες καὶ ἄλλη μάνα μοῦ τηλεφωνεῖ· Ἡ κόρη μου ἦταν καλὴ μαθήτρια, καὶ κάποιος, ποὺ τὴν περίμενε ἔξω ἀπ᾿ τὸ σχολεῖο, τὴν πῆρε μὲ ἁμάξι πολυτελείας, τὴν πῆγε σὲ ἄλλη πόλι, κι ἀφοῦ τὴ γλέντησε, μοῦ τὴν ἔφερε μετὰ τρεῖς μέρες κουρέλι μπροστά μου…

Ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα 30 - 35 ἐτῶν μὲ τέσσερα παιδάκια καὶ μοῦ λέει· Ὁ ἄντρας μου ἦταν καλὸς κ᾽ ἐργατικός, ἀλλὰ τὸν τύλιξε μιὰ ἀπ᾽ αὐτὲς ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἀλλοῦ καὶ κοιμοῦνται στὰ ξενοδοχεῖα ―ποὺ πολλὰ ἀπ᾽ αὐτὰ ἔγιναν πορνεῖα― καὶ μοῦ τὸν πῆρε….

Προχθὲς ἔξω ἀπὸ κάποιο ἀστυνομικὸ τμῆμα μιὰ γυναίκα ἔλεγε μὲ κλάμα στὸν ἀστυνόμο· Πέρυσι ἔχασα τὸ κορίτσι μου ἀπὸ τὰ ναρ- κωτικά, καὶ χθὲς τὸ βράδυ ἔχασα τὸ γυιό μου· τὸν μαχαίρωσαν μέσα σὲ μιὰ ντισκοτέκ…

Ἕνας μαστροπὸς τὶς μέρες αὐτὲς πῆρε ἀπὸ τὴν περιοχή μας μιὰ ταλαίπωρη κοπέλλα, τὴν ἔ βαλε στὸ αὐτοκίνητο καὶ τὴν πήγαινε κάπου ποὺ εἶχαν γιορτὴ γιὰ τὸ ἄνομο κέρδος ὁ ἄθλιος. Τὸ καημένο τὸ κοριτσάκι ζαρωμένο στὸ αὐτοκίνητο, καθὼς προχωροῦσαν εἶδε κάπου ἕνα σταυρό, ἄρχισε νὰ κλαίῃ καὶ νὰ κάνῃ τὸ σταυρό του. Κι αὐτὸς τὴ χαστούκισε φωνάζοντας· Δὲν εἶνε ἐδῶ σταυροί, ἐδῶ δὲν ὑπάρχει Καντιώτης· ἐδῶ πᾶμε γιὰ ἐμπόριο!…

Γονεῖς ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ξυπνῆστε ἐπὶτέλους.

Ἐκπαιδευτικοί, φιλοτιμηθῆτε. Ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου, μεριμνῆστε. Κ᾽ ἐσεῖς ἐπίσκοποι, χτυπῆ στε τὶς ῥάβδους σας καὶ ὑψῶστε τὴ φωνή σας.

Φταῖμε ὅλοι οἱ παράγοντες. Φταῖνε καὶ οἱ ῥαδιοφωνικοὶ καὶ τηλεοπτικοὶ σταθμοί, καὶ οἱ ἐφημερίδες καὶ τὰ περιοδικά, καὶ τὰ κέντρα δι ασκεδάσεως, καὶ πρὸ παντὸς τὸ κράτος.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶχα νὰ πῶ ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων. Καὶ νομίζω πεισθήκατε, ὅτι σήμερα βρισκόμαστε σὲ χειρότερο σημεῖο διαφθορᾶς ἀπὸ ὅ,τι ὁ Ἡρῴ δης, ἡ Ἡρῳδιὰς καὶ ἡ Σαλώμη «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ».

Γνωρίζω ὅτι εἶμαι μία «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ»(Μᾶρκ. 1,3). Ἀλλὰ δὲν ἀπογοητευόμεθα.

Πιστεύω ὅτι κοντὰ στὴ φωνὴ τὴ δική μου θὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλες ἀντρίκιες φωνές, ὥσ τε ἡ ἀγαπητή μας πατρίδα νὰ μὴ γίνῃ Σόδομα καὶ Γόμορρα, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἄστρο τοῦ οὐρανοῦ ποὺ θὰ φωτίζῃ ἀνατολὴ καὶ δύσι.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

ΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΑΚΑΡΙΣΤΕ ΓΕΡΟΝΤΑ

Φυλλάδιο “Κυριακή” 29 Αὐγούστου 2010

ΑΚΤΙΝΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: