«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΛΟΥΚΑ



«μη φοβού∙ μόνον πίστευε»
α. Διπλό θαύμα του Κυρίου καταγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: πρώτον, την ανάσταση της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιάειρου, καθώς ο Κύριος ανταποκρίθηκε στο αίτημά του και πήγε  στο σπίτι του καταρχάς για να τη θεραπεύσει, δείγμα και πάλι ότι είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, και δεύτερον, μέχρι να φτάσει εκεί, τη θεραπεία μιας  αιμορροούσας γυναίκας, την οποία θεραπεύει με έναν ανεπίγνωστο για τους πολλούς τρόπο. Μόνον όταν θα αποκαλύψει την «εξελθούσαν δύναμιν» από Αυτόν, τότε η θεραπευμένη γυναίκα θα παρουσιαστεί τρέμοντας ενώπιόν Του, για να φανερώσει τη θεραπεία της και να εισπράξει το «η πίστις σου σέσωκέ σε». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πραγματοποιεί ο Κύριος και τρίτο θαύμα, σε ψυχολογικό και πνευματικό επίπεδο, όταν στρέφεται στον τραγικό πατέρα που καταρρέει προφανώς από το άκουσμα της είδησης του θανάτου της κόρης του, και τον ανυψώνει λέγοντας τον μη φυσικό για τα δεδομένα της στιγμής λόγο: «μη φοβού∙ μόνον πίστευε και σωθήσεται η θυγάτηρ σου».
β. 1. «Μη φοβού». Η προτροπή αυτή του Κυρίου πράγματι πρέπει να θεωρηθεί παράδοξη και μη φυσική, για τα δεδομένα της στιγμής. Διότι τι πιο φυσικό ένας πατέρας στο άκουσμα του θανάτου του παιδιού του να «παγώνει» και να νιώθει ότι καταρρέει; Ο φόβος που φαίνεται ότι τον καταλαμβάνει είναι η αντίδραση καθενός ανθρώπου που θα ευρισκόταν στη δική του θέση. Με το δεδομένο μάλιστα της κοινής ανθρώπινης φύσης, που βιώνει τα ίδια σχετικώς προβλήματα στον κόσμο τούτο, όπως και τις ίδιες χαρές, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο τραγικός πατέρας τη στιγμή εκείνη θα ένιωσε ότι χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του, ότι οποιαδήποτε ασφάλεια μπορούσε να έχει κρημνίζεται, ότι εισέρχεται  στα θανατερά δίχτυα του ίδιου του θανάτου. Ο θάνατος έρχεται ενώπιος ενωπίω του μέσα από τον θάνατο της «προέκτασης» του εαυτού του, του ίδιου του νεαρού παιδιού του. Ο πατέρας Ιάειρος εκείνην τη στιγμή της είδησης ότι η κόρη του πέθανε πρέπει να βίωσε την απόλυτη μοναξιά του χαμένου και χωρίς στήριγμα ανθρώπου που πέφτει στο κενό, συνεπώς βίωσε ένα αίσθημα κόλασης. Διότι τι άλλο είναι η κόλαση από την αίσθηση του απόλυτου κενού και της απόλυτης μοναξιάς;
2. Ο Κύριος ως παντογνώστης και καρδιογνώστης διέγνωσε αμέσως την τραγικότητα του Ιάειρου. Κι ήταν ο μόνος στον κόσμο που μπορούσε να γνωρίζει επακριβώς το τι σημαίνει φόβος. Διότι είναι ο Δημιουργός του κόσμου και μάλιστα του ανθρώπου, τον οποίο δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’  ομοίωσίν Του, προικισμένο άρα με όλες τις χάρες και τις δυνάμεις Του, έστω εν σπέρματι, κατά συνέπεια χωρίς ο φόβος να κυριαρχεί στην ύπαρξή του. Όσο ο άνθρωπος ήταν ενωμένος με τον Θεό, ζώντας εν υπακοή και χαρά προς Εκείνον, ο φόβος δεν υφίστατο. Ο φόβος δυστυχώς εισήλθε στη ζωή του, από τη στιγμή της ανταρσίας του απέναντι στον Κύριο και Θεό του, ήταν δηλαδή ένα από τα τιμήματα που εισέπραξε από την αμαρτία του. Η Αγία Γραφή, ήδη απαρχής με το βιβλίο της Γενέσεως, μας δίνει τη διάσταση αυτή: μετά την πτώση στην αμαρτία, οι πρωτόπλαστοι ακούνε τη φωνή του Θεού, του Πατέρα και Δημιουργού τους, και φοβούνται: «Ήκουσα της φωνής Σου και εφοβήθην». Κι ο φόβος αυτός ως καρπός της αμαρτίας δεν ήταν μόνον εν σχέσει προς τον Θεό, αλλά και προς τον συνάνθρωπο και προς τη φύση όλη. Διότι η αλλοίωση της σχέσης με τον Θεό επηρεάζει όλες τις σχέσεις του ανθρώπου, με άλλα λόγια ο άνθρωπος φοβάται πια και τον άλλο άνθρωπο – ο άλλος δεν είναι ο φίλος και ο αδελφός, αλλά ο αντίπαλος και η απειλή του – όπως και όλη τη δημιουργία – η φύση γίνεται πια εχθρική προς αυτόν. Μπορεί σ’  ένα βαθμό ο φόβος να τον βοήθησε έκτοτε στο να βρίσκεται σε μία εγρήγορση και μία κινητοποίηση ανακαλύπτοντας και εφευρίσκοντας πράγματα για την επιβίωσή του, συνεπώς  πολιτιστικά να δημιουργεί, όμως δεν παύει να είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, άρα μιας μη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου.
3. Αλλά αν ο Κύριος ήταν και είναι ο μόνος που μπορεί στο έσχατο βάθος να διαγνώσει τα ανθρώπινα αρνητικά συναισθήματα, είναι και ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά και δραστικά τον άνθρωπο στο να τα υπερβεί. Και η υπέρβαση αυτή δεν γίνεται με έναν αρνητικό τρόπο, αλλά με τον κατεξοχήν θετικό. Δηλαδή, στην προτροπή «μη φοβού» - η παρουσία του Θεού στον άνθρωπο συνοδεύεται πάντοτε με αυτήν την προτροπή: «μη φοβού», «μη φοβείσθε» – υπάρχει ο προσανατολισμός και η θετική ώθηση: «μόνον πίστευε». Με άλλα λόγια, για τον Κύριο, δηλαδή την αλήθεια, η υπέρβαση του φόβου – του όποιου φόβου, ακόμη και του επιτεταμένου και παράλογου φόβου, όπως είναι η φοβία –  πραγματοποιείται  εκεί που ο άνθρωπος ανοίγεται στο πέλαγος της πίστεως. Κι όχι μιας οποιασδήποτε πίστεως, αλλά αυτής που συνδέεται με τον πρόσωπό Του, με την αποδοχή δηλαδή του Ίδιου ως Σωτήρα και Λυτρωτή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, μετά τον ερχομό του Χριστού, που θα πιστέψει σ’  Εκείνον και θα Τον ζήσει μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία, θα διαπιστώσει εμπειρικά και ορατά ότι δεν έχει φόβους, πολύ περισσότερο φοβίες. Καλύτερα: τους όποιους φόβους του μπορεί και τους ελέγχει και τους υπερβαίνει, γνωρίζοντας ότι ως μέλος του Χριστού ευρίσκεται μέσα σ’  Εκείνου την καθημερινή Πρόνοια, μέσα όχι απλώς στην αγκαλιά Του, αλλά στο κέντρο της «καρδιάς» Του. Αν ο Κύριος βεβαίωσε ότι και το παραμικρότερο πουλάκι και χορταράκι είναι αντικείμενο της φροντίδας Του, ότι τίποτε δεν είναι «επιλελησμένον» ενώπιόν Του, πόσο περισσότερο τούτο ισχύει για εμάς τους κατ’ εικόνα και καθ’  ομοίωσίν Του ανθρώπους, και μάλιστα τους βαπτισμένους και χρισμένους πιστούς Του, τους ενσωματωμένους δηλαδή στο άγιο Σώμα Του, τους ενδεδυμένους από Αυτόν τον Ίδιο;
4. Αυτή η βαθειά αλήθεια που γίνεται εμπειρία ζωής από τον πιστό έκανε και τον άγιο Χρυσόστομο να διαλαλεί, σαν να μιλούσε ο ίδιος ο Κύριος μέσα από τον ίδιο: «Εγώ πατήρ, φησίν ο Χριστός, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλοις εγώ…Εγώ φίλος και μέλος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ, πάντα εγώ∙ μόνον οικείως έχε προς εμέ». Αν είχαμε πνευματικά μάτια ανοικτά, θα βλέπαμε ότι πλημμυριζόμαστε  διαρκώς από το φως, την αλήθεια, τη ζωή και την αγάπη. Θα βλέπαμε στον εαυτό μας, στον κάθε συνάνθρωπο, σε όλη τη δημιουργία την πανάγαθη παρουσία του Θεού! Κι όχι μόνον αυτό. Θα μπορούσαμε να νιώσουμε την ευεργετική παρουσία και στην ψυχή και στο σώμα μας του φύλακα αγγέλου μας. Διότι ο Θεός μάς έθεσε προστάτη από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε, άγγελο φωτεινό, να μας περιτειχίζει και να μας σκέπει. «Τείχισον ημάς αγίοις Σου αγγέλοις», λέμε κάθε βράδυ στο απόδειπνο. «Άγιε άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαιπώρου  μου ζωής» προχωρούμε παρακάτω στην ίδια προσευχή, και «φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος».
Γι’  αυτό τελικώς και κανείς δεν μπορεί να βλάψει τον Χριστιανό, είτε θηρίο είναι αυτό είτε πονηρός άνθρωπος είτε ο ίδιος ο αρχέκακος διάβολος. Διότι προστάτη έχει όλον τον κόσμο των αγγέλων, κυρίως όμως τον Χριστό και τους αγίους Του. «Ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ’  ημών;» θα φωνάξει ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι υπερβολή λοιπόν αυτά που διαβάζουμε στους Πατέρες μας, όπως για παράδειγμα στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο: «Μη σε ταράξει καθόλου – γράφει στον τρίτο του λόγο – ο λογισμός του φόβου…αλλά μάλλον πίστευε ότι έχεις φύλακα τον ίδιο τον Θεό που είναι μαζί σου, και την ακρίβεια γι’  αυτό ας σε πληροφορήσει η φρόνησή σου, ότι συ με όλη τη δημιουργία είστε δούλοι ενός και του ιδίου δεσπότη, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα Του κινεί και σαλεύει, και ημερώνει και οικονομεί τα πάντα, και κανείς δούλος δεν μπορεί να βλάψει κανέναν από τους συνδούλους του χωρίς να το παραχωρήσει Εκείνος, που προνοεί και κυβερνά τα πάντα. Καθότι ούτε οι δαίμονες, ούτε τα βλαπτικά  θηρία, ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το κακό τους θέλημα για αφανισμό και απώλεια του άλλου, όταν δεν θέλει ο κυβερνών τα πάντα Θεός. Αλλά και όταν θέλει, δίνει και όρια σ’ αυτά, κατά πόσο πρέπει να βλάψουν».
γ. Για τον πραγματικό χριστιανό λοιπόν ο φόβος υφίσταται μεν, αλλά δεν έχει τη δύναμη να  τον καταβάλλει. Πολύ περισσότερο δεν αφήνει ο χριστιανός χώρο μέσα του να αναπτυχτεί οποιαδήποτε φοβία, παράλογος δηλαδή, όπως είπαμε, και επιτεταμμένος φόβος. Αρκεί να υπάρχει η προϋπόθεση που θέτει ο Κύριος: η πίστη σ’  Αυτόν. Ο Κύριος το ξεκαθάρισε: το αντίδοτο του φόβου είναι η πίστη. «Μη φοβού∙ μόνον πίστευε» είπε στον Ιάειρο, το ίδιο λέει και σε κάθε χριστιανό της εποχής μας. Κι αλλού: «Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω. Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε». Κι εννοείται ότι μαζί με την πίστη πρέπει να υπάρχει και η αγάπη. Διότι μόνον τότε η πίστη είναι ζωντανή. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» κατά τον απόστολο Παύλο. Άρα όσο πιστεύω και αγαπώ, τόσο και δεν φοβάμαι. «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη» θα πει ο ευαγγελιστής της αγάπης, άγιος Ιωάννης, «αλλ’  η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Ό,τι λοιπόν φοβόμαστε και φαίνεται ότι μας διαλύει εσωτερικά, ας το δούμε μέσα στον Θεό και κάτω από το πατρικό Του βλέμμα. Αμέσως θα έρθει στις φυσιολογικές του διαστάσεις. Και μάλλον τότε θα γίνουμε και εμείς μέτοχοι του ίδιου θαύματος που βίωσε και ο Ιάειρος.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 
http://pgdorbas.blogspot.gr
  kantonopou

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Κυριακή Γ' Λουκά – Η ανάσταση του υιού της χήρας στη Ναΐν

,, ,
Ὁ Κύριος πορεύεται πρὸς τὴν πόλη Ναΐν καὶ στὴν πύλη της συναντιέται μὲ μιά πένθιμη συνοδεία. Κηδεύεται τὸ μονάκριβο παιδὶ μιᾶς χήρας, ἡ ὁποία μὲ θρήνους τὸ συνοδεύει στὴν τελευταία του κατοικία.
Ὁ Ἰησοῦς συγκινεῖται, παρηγορεῖ τὴν τραγικὴ μητέρα λέγοντάς της «μὴ κλαῖς» καὶ ἀπευθυνόμενος στὸ νεκρὸ λέει «παιδί μου σήκω ἐπάνω». Ἐκεῖνος, σηκώνεται ἀρχίζει νὰ μιλᾶ καὶ ὁ Κύριος τὸ παραδίδει ζωντανὸ στὴ μητέρα του, ἐνῶ ὁ θαυμασμὸς τοῦ λαοῦ εἶναι μεγάλος. Όλοι ἀντελήφθησαν τὴν θεϊκή Του δύναμη καὶ ἔλεγαν «μεγάλος προφήτης ἐμφανίσθηκε ἀνάμεσά μας» καὶ «ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸν λαό του».
Ἀδελφοί μου,
Σήμερα ὁ Κύριος συναντήθηκε μὲ τὸ θάνατο καὶ τὸν πόνο ποὺ πάντα δημιουργεῖ στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς κάνει νὰ διερωτῶνται: Γιατί; Ποιὸς φταίει γιὰ τὸν θάνατό μας καὶ τὸν θάνατο τῶν νέων καὶ τῶν παιδιῶν μας;
Ἀλήθεια, ποιὸς φταίει γιὰ τὸν θάνατο;
Ἡ στάση τοῦ Κυρίου μας, τὴν ὁποία μας περιέγραψε τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπέναντι στὴν τραγικὴ χήρα, ὅπως ἐπίσης ἀπέναντι στὸν πονεμένο Ἰάειρο, στὸν ἑκατόνταρχο καὶ στὶς ἀδελφές του Λαζάρου, μας φανερώνει ὅτι ὁ Θεὸς ὄχι μόνο δὲν ἔχει αὐτὸς τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν θάνατο ἀλλὰ ἀντίθετα συμπονεῖ καὶ συμπαραστέκεται στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Ἔτσι τὸν ἀδικοῦμε πολὺ ὅταν τοῦ ἀποδίδουμε τὴν εὐθύνη.
Ὁ πρῶτος θάνατος στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἦταν ὁ θάνατος τοῦ Ἄβελ, τὸν ὁποῖο σκότωσε ὁ ἀδελφός του ὁ Κάιν καὶ ἡ πρώτη μάνα ποὺ ἐθρήνησε τὸ παιδὶ τῆς ἦταν ἡ Εὕα.
Ἔτσι, γίνεται φανερὸ ὅτι τὴν εὐθύνη τοῦ θανάτου μας δὲν τὴν ἔχει ὁ Θεὸς ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Τὴν εὐθύνη μας αὐτὴ τὴν ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς μὲ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ «ὅταν σαλπίσει ὁ φρουρὸς καὶ ἀκούσεις τὴν σάλπιγγα, ἐὰν δὲν φυλαχθῆς καὶ πέσει πάνω σου ἡ ρομφαία, τὸ αἷμα σου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου», γι' αὐτό μας προειδοποιεῖ «μὴν ἀσεβήσεις καὶ μὴν γίνεις σκληρὸς γιὰ νὰ μὴν πεθάνεις πρὸ τῆς ὥρας σου» καὶ μᾶς προτρέπει «γρηγορεῖτε γιὰ νὰ μὴν εἰσέλθετε στὸν πειρασμό».
Ὁ Θεὸς βεβαίως γνωρίζει πότε καὶ πὼς θὰ πεθάνει ὁ καθένας μας ἀλλὰ δὲν εὐθύνεται γιὰ τὸν θάνατό μας ὅπως δὲν εὐθύνεται ὁ γιατρὸς γιὰ μία ἀσθένεια ἐπειδὴ γνωρίζει ποιὰ ἐξέλιξη θὰ παρουσιάσει αὐτή. Ἴσως ὅμως κάποιος ἀπό σας διερωτηθῆ. Καλὰ ἐμεῖς ἔχομε τὴν εὐθύνη γιὰ τὸν θάνατό μας. Ὅμως γιὰ τὸν θάνατο τῶν μικρῶν παιδιῶν μας ποιὸς φταίει;
Πάλι δὲν ἔχει ὁ Θεὸς τὴν εὐθύνη ἀλλὰ ἡ φύση μας, ἡ ὁποία εἶναι θνητὴ καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς μας διδάσκουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης λέει «μὲ τὸ σῶμα οἱ ἀφορμὲς τῶν ἀσθενειῶν, τὰ φθοροποιὰ πάθη, οἱ αἰφνίδιοι θάνατοι καὶ οἱ πρὸ ὤρας ἁρπαγμοί», ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης φέρνει σὰν παράδειγμα τὸν θάνατο πέντε βρεφῶν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ θηλασμοῦ τους ἀπὸ τὴν μητέρα τους.
Ἀδελφοί μου, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν θάνατο. Ὅμως μπορεῖ κάποιος ἀπό σας νὰ διερωτηθεῖ:
καὶ ὁ Θεὸς τί κάνει γιὰ μᾶς;
Τί κάνει ὁ Θεός; Πολλὰ κάνει καὶ μάλιστα σπουδαία. Μᾶς ἐνημερώνει γιὰ τὶς εὐθύνες μας, μᾶς συμβουλεύει τί νὰ κάνουμε, μᾶς βοηθάει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὶς ἀσθένειές μας μὲ τὴν ἰατρικὴ ποὺ εἶναι δῶρο δικό του. Γι' αὐτό μας λέει «τίμα τὸν ἰατρὸν διότι ἔδωσε ὁ Κύριος καὶ δῶσε τόπον σὲ αὐτὸν γιατί τὸν χρειάζεσαι».
Τὸ σπουδαιότερο ὅμως ποὺ κάνει εἶναι ὅτι μεταβάλλει τὸν θάνατο ἀπὸ κακὸ ὅπως φαίνεται στὰ μάτια μας σὲ εὐεργεσία γιατί μὲ αὐτὸν πλέον θὰ ζήσουμε τὴν αἰώνια ζωή. Πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ νὰ ζήσουμε τὴν αἰώνια ζωή, ὅπως πρέπει νὰ γεννηθεῖ τὸ παιδάκι ἀπὸ τὴν μητέρα του γιὰ νὰ ζήσει, γι' αὐτὸ πέθανε καὶ ἡ μητέρα Του ἡ Παναγία μας καὶ οἱ Ἅγιοι, γι' αὐτὸ πεθαίνουμε κι ἐμεῖς. Ὁ θάνατός μας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Στὴν Ἀθήνα ζοῦσε ἕνα πλούσιο ζευγάρι μ’ ἕνα παιδὶ, τὴν δωδεκάχρονη Μαρία. Δὲν εἶχαν σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ σπάνια ἐκκλησιαζόταν. Ξαφνικὰ, ἀπὸ ἀνεύρυσμα ἀορτῆς, πεθαίνει ἡ Μαρία. Ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα ἦταν ἀπελπισμένοι. Μάλιστα ἡ μητέρα ἔκανε δυὸ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ἕνα βράδυ ὁ τραγικὸς πατέρας βλέπει ἕνα ὅραμα. Ἕνα ὁλοφώτεινο καὶ πανέμορφο κῆπο γεμάτο ἀπὸ παιδιὰ ποὺ ἔπαιζαν εὐτυχισμένα. Ἀνάμεσά τους βλέπει τὴν Μαρία καὶ τῆς φωνάζει. «Μαρία, παιδί μου» καὶ ἐκείνη τοῦ ἁπαντὰ «Πατέρα ποὺ εἶσαι, δὲν σὲ βλέπω, γιατί αὐτοῦ ποὺ εἶσαι εἶναι σκοτάδι, ἐνῶ ἐγὼ εἶμαι στὸ φῶς». «Ἐδῶ εἶμαι παιδί μου. Πῶς μπορῶ νὰ ἔλθω κοντά σου;» «Πήγαινε πιὸ κάτω καὶ θὰ βρεῖς μία γέφυρα καὶ μία πόρτα καὶ ἔλα».
Πῆγε ὁ πατέρας πιὸ κάτω καὶ βρῆκε μία γέφυρα ποὺ ἔγραφε «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδός» καὶ μία πόρτα ποὺ ἔγραφε «ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα» καὶ τότε ἐξύπνησε.
Ταραγμένος ξυπνάει τὴν γυναίκα του καὶ τῆς διηγεῖται τὸ ὅραμα καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ ἑρμηνεύσουν ἀποφάσισαν ὅταν ξημερώσει νὰ βροῦν ἕνα Ἱερέα νὰ τοὺς ἑρμηνεύσει, πράγμα ποὺ ἔγινε. Ὁ Θεὸς τοὺς ὁδήγησε σ’ ἕναν πολὺ πνευματικὸ Ἱερέα ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε μὲ προσοχὴ, τοὺς συμβούλευσε τί νὰ κάνουν καὶ σώθηκαν πραγματικά. Τώρα ἔχουν δυὸ παιδιὰ καὶ μία στενὴ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Βρῆκαν τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, τον οποίο τοὺς ἔδειξε τὸ παιδί τους, ἡ Μαρία.
Ἀδελφοί μου, ὁ Κύριος μας λέγει «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κὰν ἀποθάνη ζήσεται». Ἑπομένως, ὁ θάνατός μας εἶναι ἡ μετάβασή μας στὴν αἰώνια ζωή. Μὲ τὴν πίστη αὐτὴ πρὸς τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀντάμωσης μὲ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα, ἃς πορευόμεθα σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ, μὲ αὐτή τὴν πίστη καὶ ἐλπίδα, ἂς πραΰνουμε κι ἂς ἡμερώνουμε τὸν πόνο μας, ὅταν φεύγει ἀπό κοντά μας κάποιο ἀγαπημένο μας πρόσωπο.

Ι.Μ.Κ.Α
Πηγή: http://www.inpp.gr/