«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Κυριακή Β’ Νηστειών, Αγίου Γρηγορίου Παλαμά


Του Δημήτρη Μπάτση
Την Κυριακή της δεύτερης εβδομάδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία τιμά το πρόσωπο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1297-1359). Η μνήμη του τιμάται και στις 14 Νοεμβρίου, ημέρα της κοίμησής του. Η Εκκλησία τοποθέτησε την μνήμη του, την δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής καθώς η συγκεκριμένη εορτή αποτελεί συνέχεια της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Στις δύο αυτές Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής, τιμάμε όσους αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων κάτι που καταδεικνύεται από την ανάγνωση του «Συνοδικού» της Ορθοδοξίας στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας της πρώτης Κυριακής των Νηστειών καθώς και το ότι την επόμενη Κυριακή τιμά, έναν μεγάλο αγωνιστή της Ορθόδοξης πίστης, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Χαρμόσυνο και πανηγυρικό το ύφος των δύο πρώτων Κυριακών, κάτι που μας βοηθάει στο να εντείνουμε τον πνευματικό αγώνα μας στο στάδιο των αρετών, της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Η Εκκλησία μας προβάλλει την προσωπικότητα του Αγίου Γρηγορίου τόσο πολύ καθώς η όλη θεολογική προσφορά του ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, κυρίως όμως, η όλη βιοτή του αποτελεί πρότυπο για όλους μας. Αν και γόνος πλούσιας οικογένειας και με ιδιαίτερα αξιόλογη μόρφωση, αφιερώθηκε μαζί με τους αδερφούς του σε νεαρή ηλικία, στον Θεό, στο όρος του Άθωνα, το οποίο έχει καταστεί συνώνυμο της αγιότητας. Εκεί αφοσιώθηκε στη νοερά προσευχή, στην μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας και στην καλλιέργεια των ευαγγελικών αρετών. Καρποί της άσκησής του, ήταν η εμφάνιση σε όραμα της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου, του Θεολόγου, οι οποίοι του εγγυήθηκαν ότι θα τον στηρίζουν στους πνευματικούς του αγώνες. Λόγω των πειρατικών επιδρομών αναγκάζεται να μετακινηθεί στην Θεσσαλονίκη και απώτερος σκοπός του, να φύγει και από εκεί για τους Αγίους Τόπους, όμως έλαβε πληροφορία από τον Θεό και δεν αναχώρησε με τη συνοδεία του, αλλά χειροτονείται ιερέας και εγκαθίσταται με τους συνασκητές του στην περιοχή της Βέροιας. Λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, οι οποίες ελάμβαναν χώρα εκεί, επιστρέφει στο Άγιο όρος, όπου εγκαθίσταται ως ηγούμενος στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου . Ποθώντας την ησυχία και την απαλλαγή από τις μέριμνες, παραιτείται από την ηγουμενία και μεταφέρεται στο ασκητήριο του, στην Μεγίστη Λαύρα.
Λόγω της εμφάνισης του αιρετικού μοναχού Βαρλαάμ, από την Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας, ο οποίος έβριζε τους μοναχούς, χλεύαζε τη νοερά προσευχή και θεωρούσε το Άκτιστο θείο Φως της Μεταμορφώσεως, ως κτιστό, όπως και την θεία χάρη που λαμβάνουμε από τη μετοχή στα μυστήρια, και κατόπιν προσκλήσεως εγκαταλείπει το Άγιο Όρος και μεταβαίνει στην Θεσσαλονίκη, τον Δεκέμβριο του 1337. Εκεί απαντά στις κατηγορίες του Βαρλαάμ και συντάσσει το έργο «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων». Παρά τις ψευδείς κατηγορίες περί απειθείας και αιρέσεως, του Βαρλαάμ εναντίον του οσίου και του συνόλου των Αγιορειτών πατέρων, οι σύνοδοι του Ιουνίου και Ιουλίου του 1341, στην Κων/πολη, δικαίωσαν τους ησυχαστές πατέρες, τον δε άγιο Γρηγόριο τον επευφήμησαν ως «πρόμαχο ευσεβείας».
Λίγο αργότερα όμως με τον θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Γ΄ του Παλαιολόγου, αρχίζουν να αναφύονται έριδες στο θέμα της διαδοχής. Από τη μια μεριά ο δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός και από την άλλη ο μέγας Δούκας Αλέξιος Απόκαυκος, η αυτοκράτειρα Άννα και ο… Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας. Μπροστά στον διαφαινόμενο εμφύλιο, ο άγιος Γρηγόριος πρότεινε ειρηνικές λύσεις για την αποφυγή αιματοχυσίας κάτι που δεν άρεσε στον Πατριάρχη, ο οποίος επεδίωξε να τον προσεταιρισθεί προς όφελος της δικής του πολιτικής παράταξης, μάταια όμως . Αυτό επέσυρε τις συκοφαντίες, την δίωξη και την φυλάκισή του, ενώ ο Πατριάρχης του επέβαλε ακοινωνησία, ακύρωσε τις αποφάσεις των συνόδων του 1341 ενώ χειροτόνησε τον Ακίνδυνο διάκονο και πρεσβύτερο. Ο όσιος όχι μόνο υπέμεινε καρτερικά και αγόγγυστα τις διώξεις, αλλά και συνέχισε να γράφει εναντίον της βαρλααμίτιδος πλάνης.
Ξαφνικά τα γεγονότα παίρνουν άλλη τροπή, η αυτοκράτειρα πληροφορείται την αντικανονική χειροτονία του αιρετικού Ακινδύνου, και τον φυλακίζει, ενώ παράλληλα τον Μάϊο του 1346, σύνοδος αρχιερέων στην Ανδριανούπολη (Edirne), καθαιρεί όσους βρίσκονται σε εκκλησιαστική κοινωνία με τον Ακίνδυνο . Έτσι κηρύττεται έκπτωτος ο Ιωάννης Καλέκας, και το Μάϊο του 1347, εκλέγεται νέος Πατριάρχης, ο ησυχαστής Ισίδωρος ενώ το καλοκαίρι του ιδίου έτους, εκλέγεται ο άγιος Γρηγόριος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, στην οποία κυριαρχούσε το χάος λόγω της επικράτησης στην εξουσία μιας ομάδας με αποσχιστικές τάσεις, των Ζηλωτών. Έτσι λόγω της παραπάνω δυσχερούς κατάστασης ο όσιος εισήλθε στην πόλη της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 1350 και κατόπιν επέμβασης του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού. Στο διάστημα αυτό, των 3 χρόνων, ήταν τοποτηρητής της επισκοπής Λήμνου και εγκαταβιούσε στο Άγιο Όρος.
Το 1354, κατά τη μετάβασή του στην Κωνσταντινούπολη, αιχμαλωτίστηκε από Οθωμανούς Τούρκους, στην χερσόνησο της Καλλίπολης . Η αιχμαλωσία του διήρκεσε για ένα περίπου χρόνο και στο διάστημα αυτό ταλαιπωρήθηκε πολύ. Οι δεσμώτες του, τον περιέφεραν από πόλη σε πόλη, και σε κάποιες από τις περιηγήσεις του, είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τους προεστούς των ελληνικών κοινοτήτων ενώ επίσης συζήτησε με μουσουλμάνους άρχοντες και θρησκευτικούς λειτουργούς, τις διαφορές της χριστιανικής πίστης από την Ισλαμική θρησκεία . Παρά το ότι κάποιες φορές απειλήθηκε η ζωή του, και βρισκόταν σε εχθρικό περιβάλλον, έδινε ομολογία πίστης, χωρίς να φοβάται, αναπτερώνοντας έτσι το ηθικό και ενισχύοντας την πίστη των εναπομείναντων χριστιανών . Με την καταβολή λύτρων από Σέρβους ή Κροάτες, επέστρεψε στην Βασιλεύουσα όπου αντιπαρατέθηκε τον αντιησυχαστή, Νικηφόρο Γρηγορά, στο θέμα της γνώσεως του Θεού και των θείων ενεργειών.
Το φθινόπωρο του 1355, επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη για να συνεχίσει το ποιμαντικό του έργο, απερίσπαστος πλέον, συντάσσοντας πλήθος συγγραμμάτων. Ύστερα από σοβαρή ασθένεια, κοιμήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1359 και έκτοτε πρεσβεύει για όλους μας στον Δωρεοδότη Θεό . Σε πολύ μικρό διάστημα από την εις Κύριον εκδημία του, άρχισε να τιμάται ως άγιος, στην Βέρροια, στην Καστοριά και στο Περιβόλι της Παναγιάς παρά τις αντιδράσεις κάποιων (Πρόχορος Κυδώνης) . Έτσι το 1368 κατατάχθηκε στην χορεία των Αγίων και θεσπίσθηκε να εορτάζεται η μνήμη του στις 14 Νοεμβρίου, ημέρα της κοίμησης του, καθώς και την Β΄ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Η εορτή του, την Β΄ Κυριακή των Νηστειών, αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης Κυριακής, καθώς με την αναστήλωση των Εικόνων, τιμούμε την Σάρκωση του Υιού του Θεού κάτι που ουσιαστικά δεν δεχόντουσαν οι εικονομάχοι και το αμφισβητούσαν ενώ με την μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την αμέσως επόμενη Κυριακή, διατρανώνουμε την πίστη μας ότι η θεία χάρις που μας παρέχεται μέσω των ιερών μυστηρίων που μετέχουμε, μας εξαγιάζει και μας καθιστά κατά χάριν υιούς του Θεού, και μετόχους της Επουρανίου Βασιλείας Του. Αν δεχόμασταν την διδασκαλία του Βαρλαάμ για το ότι η Θεία χάρις που μας παρέχεται μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας είναι κτιστή, τότε δεν θα υπήρχε κανένα όφελος να μετέχουμε σ’ αυτά, όπως ενδεχομένως μπορεί να μην υπήρχε κανένα όφελος στο να εισέλθουμε στο σώμα της Εκκλησίας, καθώς κτιστό δεν μπορεί να σώσει κτιστό. Οπότε η θεολογική προσφορά του είναι μεγάλη και αδιαμφισβήτητη . Διαπότισε το σύνολο της ορθόδοξης ζωής, αναζωογόνησε και έδωσε πνοή στο φιλόχριστο γένος μας, για τις ζοφερές μέρες που επέρχονταν . Αποτελεί κοινό τόπο όλων των θεολόγων καθώς και των ιστορικών της τέχνης, και δη της χριστιανικής, ότι η διδασκαλία του για το Άκτιστο Φώς επηρέασε την αγιογραφία, καθώς πλέον τα πρόσωπα των αγίων, ιστορούνται λουσμένα στο θείο φως. Ακόμα και ο θρυλικός Έλληνας ζωγράφος της Ιβηρικής χερσονήσου, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ή El Greco, όπως είναι τοις πάσι γνωστός, φαίνεται να είναι επηρεασμένος καθώς κοινό σημείο όλων των ζωγραφικών πινάκων του, είναι ότι οι μορφές του καταυγάζονται από ένα υπερκόσμιο φως.
Η Εκκλησία τον προβάλλει και του δίνει τόσο εξέχουσα θέση στη Μεγάλη Σαρακοστή, γιατί δεν δίστασε να δώσει ομολογία πίστεως ενώπιον «αρχών και εξουσιών του αιώνος τούτου» . Ομολόγησε την ορθή πίστη, ακόμα και αν συκοφαντήθηκε, φυλακίστηκε, ακόμα και αν τέθηκε η ζωή του σε κίνδυνο. Ομολόγησε την ορθή πίστη ενώπιον του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα, της Συνόδου, του Βαρλαάμ και του μαθητού του, Γρηγορίου Ακινδύνου, του παπικού λεγάτου Παύλου αλλά και ενώπιον των Οθωμανών Τούρκων και των Χιόνων, όντας αιχμάλωτος. Παρά την γενικότερη ρευστότητα των καιρών του, όχι μόνο δεν πρόδωσε την πίστη του για πολιτικούς λόγους ή για άλλα οφέλη, αλλά δεν πρόδωσε και το έθνος του, την πολιτική αρχή στην οποία έδωσε διαβεβαίωση για την αρχιεροσύνη του, δηλ. στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, παρά το ότι ο Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δουσάν είχε προσπαθήσει παντοιοτρόπως να τον προσεγγίσει και να τον προσεταιριστεί στα πλαίσια της προσπάθειά του για επέκταση της κυριαρχίας του στην υπόλοιπη Μακεδονία καθώς και στα εναπομείναντα τμήματα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας . Μάλιστα ενδιαφερόταν για τις κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές οι οποίες επικρατούσαν στην μητροπολιτική περιφέρεια του, και κατά την ενθρόνισή του ανέπεμψε ειδικές ευχές – οπότε καθίσταται και υμνογράφος – τις οποίες είχε συντάξει ο ίδιος και οι οποίες αφορούσαν την επικράτηση της κοινωνικής ειρήνης και την κατάπαυση αναταραχών και συγκρούσεων.
Στην συνείδηση του χριστεπώνυμου πληρώματος της Εκκλησίας, τόσο πριν όσο και μετά την κοίμησή του θεωρείτο άγιος . Ιδιαίτερα μετά την μακαρία κοιμησή του, μνημονεύονται πολλά θαύματα του, γι αυτό και έλαβε την προσωνυμία «θαυματουργός», ενώ όπως ειπώθηκε παραπάνω η μνήμη του διαδόθηκε πολύ γρήγορα . Επίσης χαρακτηρίζεται και ως «νέος Χρυσόστομος», λόγω του μεγάλου όγκου των ομιλιών και των συγγραμμάτων του, καθώς και το ότι κοιμήθηκε την επομένη της μνήμης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου . Επίσης είθισται από τους αγιογράφους, να ιστορούνται με σάκκο μόνο ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απ’ όλους τους άγιους ιεράρχες, αν και πλέον η παράδοση αυτή έχει ατονήσει . Είθε να πρεσβεύει στον Κύριο για όλους μας, να αξιωθούμε να λάβουμε τις χριστομίμητες αρετές του. Αμήν. Γένοιτο.
ελληνικά και ορθόδοξα

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Α΄ Κυριακή των Νηστειών: Η νίκη της Ορθοδοξίας, η αναστήλωση της Εικόνας!

Hμέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης ανάπλεως πεφανέρωται σήμερον...
Ας είναι ευλογητός ο Θεός , αγαπητοί μου αδελφοί, πού μας αξίωσε να βιώσουμε και πάλι τις λαμπρές και πενθοχαρμόσυνες αυτές ημέρες της Εκκλησίας μας. Την προπασχάλια αναστάσιμη χαρά της ορθόδοξης τεσσαρακοστής!
Από την κοιλάδα του κλαυθμώνος της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής αυτομάτως η αγία Εκκλησία μας μεταφέρει  σε πελώρια ύψη θεολογίας, στο θαβώρειο όρος της δόξης. Θρηνήσαμε και κλάψαμε στο πρώτο αυτό σταθμό του σταδίου, είδαμε την πίστη των προφητών, είδαμε την νικη και τα οφέλη της νηστείας,αναψυχτήκαμε με τους λαμπρούς Χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο, ευγνωμονήσαμε τον Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο πανηγυρίζοντες, τώρα ας συστήσουμε εορτή για τον θρίαμβο και την πανήγυρη της Ορθοδοξίας. 
Η Α΄αυτή Κυριακή των Νηστειών, λαμπρύνεται από την δόξα της πίστης και την νίκη της Εκκλησίας. Την αποσαφήνιση του δόγματος και την νίκη  της Εκκλησίας προβάλει αυτή η Κυριακή πάνω στον κόσμο. Ορθοτομεί η Εκκλησία και πανηγυρίζει, αιματοβαμμένη από τα πορφυρά αίματα των Πατέρων και των Μαρτύρων της γιατί θριάμβευσε πάνω στο δικέφαλο τέρας: την ειδωλολατρία της ύλης και την πλάνη του γνωστικισμού. Ας φιμωθούν οι θεομάχοι παίδες του Μάνεντος. Ιδού Εσαρκωμένος ο Θεός καθαγίασε την ύλη και προσκυνείται υποστατικώς διά της Θεότητας του αναμέσον του λαού Του. Ας σωπάσουν οι μηδενιστές και οι λάτρεις της ύλης. Η αληθινή πίστη θριαμβεύει πνευματικώς, θριαμβεύει και ιστορικώς και από την πληθύν των ευσεβών ορθοδόξων οικουμενικώς λιτανεύεται. Ανοιχτή είναι η θύρα του Παραδείσου για όλους. Πνευματικά τα γυμνάσματα και σαρκικά τα παλαίσματα.Οι Πατέρες δογματίζουν συνοδικώς και η πλάνη της φιλοσοφίας φυγαδεύεται. Ορθώνεται η αλήθεια εζωγραφημένη και ιστορημένη και το σκότος διαλύεται. Αστράπτει και λάμπει η Εκκλησία του Χριστού, στολισμένη με τις πανάγιες Εικόνες του Δεσπότη Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των αγίων δούλων του Θεού. Θριαμβεύει ο Σταυρός, ζουν τα λείψανα και προκαταγγέλουν ανάσταση, μεταβάλλεται ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού, καθαγιάζεται το νερό σε λουτρό παλλιγενεσίας, η πέτρα αντιλαλεί την δόξα του Θεού, ο ύμνος και η γραφίδα χαράζουν τα μεγαλεία Του,το μέλος μεγαλουργεί, ο ναός χωρεί τον άχώρητον, η Φύση πανηγυρίζει για την σφραγίδα Του, ο άνθρωπος βρίσκει πλέον ανοικτή την θύρα του χαμένου παραδείσου, γιατί όντως ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν ημίν.
Δεν λατρεύουμε Θεόν αφηρημένο, δεν προσκυνούμε κτίσμα και ύλη, αλλά αυτόν τον Κύριο υποστατικώς θεάνθρωπο προσκυνούμε και την άκτιστη χάρη του μεταλαμβάνουμε οι σαρκικοί και ανάξιοι!Διά της σαρκώσεως ο πριν γνωστός στους προφήτες και δικαίους αποκλειστικά  Θεός , τώρα  στους ανθρώπους   μέσα στην Εκκλησία φανερώθηκε.Η θεοφάνεια ψηλαφητή , η δόξα θεατή, η σωτηρία εξασφαλισμένη, η μετοχή προσιτή. Ας σωπάσουν οι νεφελοβάτες και οι φλήναφοι, οι λάτρεις του πεπερασμένου νοός και οι μωρόδοξοι.Πανηγυρίζει ο Ησυχασμός και επικρατεί η αλήθεια. Αισχύνεται ο Βαρλαάμ και θριαμβεύει η ορθοδοξία. Ας σωπάσουν οι χυδαίοι και οι παγανιστές, οι λατρεύοντες τα κτίσματα και όχι τον Κτίστη, γιατί αποσαφηνίστηκε η αλήθεια και νικά το Ευαγγέλιον. Ας διασκορπιστούν οι δαιμονισμένοι άυλοι και ας πάψουν της νοησιαρχίας οι οπαδοί.Η τιμή επί το πρωτότυπο διαβαίνει κατά τον θεορρήμονα Βασίλειο.Οι κοσμικοί ας αφήσουν τις υποκρισίες τους, οι παραδομένοι στην υλολατρεία να πάψουν να μας κατηγορούν για ειδωλολάτρες. Εμείς Θεόν σεσαρκωμένον λατρεύουμε και την μετοχή στην θεότητα ομολογούμε πανηγυρίζοντες!
 Δεν είναι ξένη αυτή η εορτή με το πνεύμα της Τεσσαρακοστής. Αγιογραφικό εργαστήριο αναστήλωσης είναι η Εκκλησία. Η Τεσσαρακοστή είναι ένα ταξίδι επιστροφής στον Παράδεισο. Αναστηλώνοντας τις Εικόνες, ομολογούμε και δεσμευόμαστε για την αναστήλωση της δικής μας εικόνας, της εικόνας του Θεού. Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι η Νικη του Ανθρώπου, είναι ο θρίαμβος της Εκκλησίας πάνω στην φθορά και τον θάνατο, πάνω στην φιλοσοφία και την κοσμική πλάνη.Ο άνθρωπος δεν είναι νεφέλη , αλλ'ουτε και χώμα μόνον. Είναι το πλαστούργημα του σοφού Πλαστουργού από χώμα μεν και ουρανό αποτελούμενο. Είναι στην ζωή με την πνοή και την ενέργεια της μόνης Ζωής, του Τριαδικού Θεού . Είναι πλασμένος για να καταστεί θεός κατά χάριν. Αυτή είναι η ομολογία της ανόρθωσης και της αναστήλωσης της Εικόνας.Είναι η ομολογία πώς το καθ'ομοίωσιν είναι δυνατόν πλέον. Είναι αρραβώνας της ουράνιας δόξας. Αύτη η πίστη τον κόσμον εστήριξε. Αύτη η πίστις των Αποστόλων και των Πατέρων.Αυτή την πίστη ας την εμπλουτίζουμε και ας την διεκδικούμε το καθ'ημέραν ,επιστρέφοντας κάθε στιγμή στον Θεό και Πατέρα μας.

Νικά η ορθοδοξία! Τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών! Καλό υπόλοιπο τεσσαρακοστής, καλή επιστροφή.


π παντελεήμων κρούσκος, 22-23/3/2013

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2013/03/blog-post_23.html#ixzz2OM0aHXTX

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ ΕΠΙ ΤH ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ
ΕΠΙ ΤH ΕΝΑΡΞΕΙ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ’ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ
Ἀδελφοί καί τέκνα ἀγαπητά ἐν Κυρίῳ,
Οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι Θεῖοι Πατέρες ἐθέσπισαν ὅπως τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου προηγῆται περίοδος ἀσκήσεως καί πνευματικῆς καθάρσεως, διαρκείας τεσσαράκοντα ἡμερῶν. Ἡ ἄσκησις πραγματοποιεῖται καί διά τοῦ περιορισμοῦ τῶν τροφῶν, δηλονότι τῆς νηστείας, ἀλλά κυρίως διά τῆς ἀποχῆς ἀπό τό κακόν. Τονίζει χαρακτηριστικῶς ὁ ἱερός ὑμνογράφος ὅτι ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος ἀπό τόν Θεόν νηστεία εἶναι ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἡ ἐγκράτεια γλώσσης, ἡ θυμοῦ ἀποχή, ὁ χωρισμός ἀπό τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς καταλαλιᾶς, τοῦ ψεύδους καί τῆς ἐπιορκίας, ἡ ἐπανόρθωσις τῆς ἀδικίας, ἡ δίωξις τοῦ ἐμπαθοῦς λογισμοῦ, ἡ θερμή ἐξομολόγησις, ὁ καθαρμός τῆς συνειδήσεως, «ἧς οὐδέν ἐν κόσμῳ βιαιότερον» ἡ ἐγκράτεια ἀπό «παθῶν βλαβερῶν, ἀπό φθόνου καί μίσους, ἀπό πάσης κακίας», ἡ ἀποφυγή τῆς «ἐκτροπῆς τοῦ νοός», ἡ ὁμολογία τῶν ἐσφαλμένων ὅτι «ἐγγύς ἐπί θύραις ὁ Κριτής ἐστίν», ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς, «ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν» (Μέγας Κανών Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης).
Ἡ σωματική ἄσκησις σκοπόν ἔχει τήν κάθαρσιν τοῦ νοῦ καί τήν προσήλωσιν αὐτοῦ εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ ἡμῶν Ἱησοῦ Χριστοῦ. Ταυτοχρόνως, καί εἰς τήν ἀγάπην τῶν συνανθρώπων μας, ἡ ὁποία καί ἀποτελεῖ τήν ἀπόδειξιν ὅτι εἴμεθα μαθηταί τοῦ Ἀγαπῶντος αὐτούς. Ἡ ἀγάπη μας πρέπει νά εἶναι ἔμπρακτος καί νά συνεπάγεται δι’ ἡμᾶς κάποιαν θυσίαν ὑπέρ αὐτῶν. Διότι ἀγάπη ἄνευ προσφορᾶς τῶν ἀναγκαίων ὑλικῶν καί πνευματικῶν ἀγαθῶν εἰς τόν ἀγαπώμενον εἶναι κ ε ν ό ς λόγος. Ἰδίως κατά τήν παροῦσαν ἐποχήν τῆς μεγάλης ἠθικῆς καί οἰκονομικῆς κρίσεως ὀφείλομεν, ὅσοι ἔχομεν τήν δυνατότητα, νά προσφέρωμεν μετά ἱλαρότητος, ἀγάπης καί σεβασμοῦ πρός τόν συνάνθρωπον τήν βοήθειάν μας πρός αὐτόν. Τότε μόνον ἡ χαρά μας ἐπί τῇ Ἀναστάσει τοῦ Κυρίου θά εἶναι πλουσία, ὅταν καί ἡ προσφορά μας πρός τούς ἀδελφούς Αὐτοῦ, τούς ἐλαχίστους τούς συνανθρώπους μας, εἶναι πλουσία. «Ὁ ἀγαπῶν τόν πλησίον ὡς ἑαυτόν οὐδέν περισσότερον κέκτηται τοῦ πλησίον» {...}ὅσον οὖν πλεονάζεις τῷ πλούτῳ τοσοῦτον ἐλλείπεις τῇ ἀγάπῃ», διδάσκει τό ἀψευδές πατερικόν στόμα (Μεγάλου Βασιλείου, πρός τούς πλουτοῦντας, P.G. 31,281B).
Ὁ κόσμος νομίζει, ἀτυχῶς, ὅτι ἡ χαρά συμπορεύεται πρός τό λ α μ β ά ν ε ι ν καί κ α τ έ χ ε ι ν πλοῦτον, δόξαν, ἀξιώματα καί ἄλλας ἀπολαύσεις. «Οὐδέν γάρ ἀχρηστότερον ἀνδρός οὐκ εἰδότος φιλεῖν» καί «ὅταν ἵδῃς τινά δεόμενον θεραπείας ἤ σωματικῆς, ἤ ψυχικῆς, μή λέγε πρός ἑαυτόν. Τίνος ἕνεκεν ὁ δεῖνα καί ὁ δεῖνα αὐτόν οὐκ ἐθεράπευσεν; ἀλλ’ ἀπάλλαξον τῆς ἀρρωστίας, καί μή ἀπαίτει ἐκείνους εὐθύνας τῆς ἀμελείας. {...} Ἄν γάρ ἐπιστάξῃς αὐτῷ καθάπερ ἔλαιον τοῦ λόγου τήν διδασκαλίαν, ἄν καταδήσῃς τῇ προσηνείᾳ, ἄν θεραπεύσῃς τῇ καρτερία, θησαυροῦ παντός εὐπορώτερόν σε οὗτος ἐργάσεται» (Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, εἰς Β΄ Κορινθίους ΚΖ΄ καί κατά Ἰουδαίων Η΄, P.C. 61, 586-587 καί 48, 932-933). Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ χαρά καί ἡ ἱκανοποίησις ἀπό τήν προσφοράν ἀγάπης καί ὑλικῶν ἀγαθῶν πρός τόν συνάνθρωπον εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα. Ἡ συνήθης κοινωνική ἀντίληψις, ἡ ὁποία καί διδάσκεται εἰς τούς νέους ὡς ἡ πλέον συμφέρουσα δι’ αὐτούς ὁδός, εἶναι ἡ πλεονεξία καί ἀπληστία. Αἱ ἰδέαι ὅμως αὗται, ὅταν ἐπικρατήσουν, δημιουργοῦν κοινωνικάς διαταράξεις, καί τελικῶς βλάπτουν καί αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἀποκτοῦν ὑπέρμετρα ἀγαθά ἐπί ζημίᾳ τῶν ὑπολοίπων. Ὁ ἀναπόφευκτος κοινωνικός διαχωρισμός πρέπει νά ἐξομαλύνεται ἑκουσίως διά τῆς προσφορᾶς τῶν ἐχόντων πρός τούς μή ἔχοντας, ὡς ὁ Κύριος ἡμῶν διδάσκει ἀναφέρων ἐνδεικτικῶς: «ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μή ἔχοντι» (Λουκ. γ΄, 11). Μόνον διά τῆς αἰσθήσεως τῆς ἑνότητος ἡμῶν πρός ὅλους τούς συνανθρώπους μας, καί μάλιστα τούς ἀδυνάτους θά διανύσωμεν τήν περίοδον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θεαρέστως καί θά ἔχομεν τήν εὐλογίαν τοῦ Χριστοῦ.
Κατά τό τρέχον ἔτος, τό ὁποῖον ἀνεκηρύξαμεν Ἕτος Πανανθρωπίνης Ἀλληλεγγύης, πρέπει, ἐν ὄψει καί τῆς σοβαρᾶς παγκοσμίου οἰκονομικῆς κρίσεως, νά δείξωμεν ὅλοι περισσότερον ἐνδιαφέρον διά τήν ἀνακούφισιν τῶν στερουμένων στοιχειωδῶν ἀγαθῶν ἀδελφῶν μας.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον θά διανύσωμεν τό «ἐνώπιον ἡμῶν στάδιον τῶν ἀρετῶν» θεαρέστως καί ἐν πνευματικῇ προόδῳ, θά «ἀπολαύσωμεν τοῦ δηναρίου», «θά δεχθῶμεν τό δίκαιον ὄφλημα» καί θά ἑορτάσωμεν μέ πληρότητα χαρᾶς τήν Ἁγίαν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, καθ’ ἥν ἀληθῶς «ζωή πολιτεύεται», τοῦ Ὁποίου ἡ Χάρις καί τό πλούσιον Ἔλεος εἴησαν μετά πάντων ὑμῶν.
Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή  2013
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Aγίου Γρηγορίου Θεολόγου- Ο περί φιλοπτωχείας λόγος





Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει κανείς την υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές και να της δώσει το πρωτείο και το βραβείο, όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο να βρει μέσα σ’ ένα ολάνθιστο και μοσχοβόλο λιβάδι το πιο ωραίο κι ευωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε το ένα και πότε το άλλο του τραβάει την προσοχή και τον προκαλεί να το κόψει πρώτο.
            Έτσι, λοιπόν, σκέφτομαι ότι καλές αρετές είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Και μάρτυρας για την πίστη είναι ο Αβραάμ, που δικαιώθηκε από την πίστη του· μάρτυρες για την ελπίδα είναι ο Ενώς, που πρώτος στήριξε την ελπίδα του στην επίκληση του Κυρίου, και όλοι οι δίκαιοι, που κακοπαθούν με την ελπίδα της σωτηρίας· μάρτυρες για την αγάπη, τέλος, είναι ο απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να εύχεται τη δική του απώλεια για χάρη των αδελφών του Ισραηλιτών, και ο ίδιος ο Θεός, που ονομάζεται αγάπη (Α’ Ιω. 4:8).

            Καλή είναι η φιλοξενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι από τους δικαίους ο Λωτ, ο Σοδομίτης στη διαμονή μα όχι Σοδομίτης στη διαγωγή, και από τους αμαρτωλούς η Ραάβ, η πόρνη στο σώμα μα όχι πόρνη στην προαίρεση, που επαινέθηκε και σώθηκε για τη φιλοξενία (Ιησ. Ναυή 2:1-21).

            Καλή είναι η μακροθυμία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο Χριστός, που δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τις λεγεώνες των αγγέλων Του εναντίον των βασανιστών Του και όχι μόνο μάλωσε τον Πέτρο, όταν τράβηξε το μαχαίρι του, μα και το αυτί, που είχε κόψει εκείνος, το έβαλε πάλι στη θέση του. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο Στέφανος, ο μαθητής του Χριστού, που προσευχόταν για κείνους που τον λιθοβολούσαν.

            Καλή είναι η πραότητα. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι ο Μωυσής και ο Δαβίδ, που πάνω απ’ όλα ως πράοι μαρτυρήθηκαν απ’ τη Γραφή, καθώς και ο Διδάσκαλός τους, ο θεάνθρωπος Ιησούς, που ούτε φιλονικούσε ούτε κραύγαζε, ούτε ξεφώνιζε στις πλατείες ούτε αντιστεκόταν σ’ εκείνους που Τον είχαν συλλάβει.

            Καλές είναι η προσευχή και η αγρυπνία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο Κύριος, που πριν το πάθος Του αγρυπνούσε και προσευχόταν.

            Καλές είναι η αγνεία και η παρθενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Παύλος, που τις θεσμοθέτησε, βραβεύοντας δίκαια και το γάμο και την αγαμία, όσο και ο ίδιος ο Ιησούς, που γεννήθηκε από Παρθένο, για να τιμήσει τη γέννηση μα να προτιμήσει την παρθενία.

            Καλή είναι η ταπεινοφροσύνη. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι πολλοί, με κυριότερο πάλι το Σωτήρα και Κύριο των όλων, που ταπεινώθηκε, όχι μόνο παίρνοντας μορφή δούλου, παραδίνοντας το πρόσωπό Του στην ντροπή  και στα φτυσίματα και συναριθμώντας τον εαυτό Του με τους παρανόμους. Εκείνος, που καθαρίζει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά και πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του σαν υπηρέτης.

            Καλή είναι η ακτημοσύνη και η περιφρόνηση των χρημάτων. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Ζακχαίος, που, μόλις μπήκε ο Χριστός στο σπίτι του, μοίρασε σχεδόν όλα τα υπάρχοντά του, όσο και πάλι ο ίδιος ο Κύριος, που, μιλώντας στον πλούσιο εκείνο νέο, περιόρισε την τελειότητα σ’ αυτό ακριβώς το πράγμα (Ματθ. 19:21).

            Κοντολογίς, καλή είναι η θεωρία, καλή είναι και η πράξη· η θεωρία γιατί μας ανυψώνει από τα γήινα, μας οδηγεί στα άγια των αγίων και επαναφέρει το νου στην αρχική φυσική του κατάσταση, και η πράξη γιατί υποδέχεται το Χριστό, Τον υπηρετεί και αποδεικνύει με τα έργα την αγάπη.

            Κάθε αρετή είναι κι ένας δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, σε κάποιον απ’ τους αιώνιους και μακάριους τόπους. Γιατί, όπως υπάρχουν πολλοί τρόποι ζωής έτσι υπάρχουν και πολλοί τόποι κοντά στο Θεό, που χωρίζονται και μοιράζονται ανάλογα με την αξία του καθενός. Και άλλος ας ασκήσει τη μία αρετή, άλλος την άλλη, άλλος πολλές μαζί και άλλος όλες, αν βέβαια τούτο είναι δυνατό. Φτάνει μόνο να προχωράει κανείς και να επιδιώκει το ανώτερο, ακολουθώντας βήμα-βήμα Εκείνον που τον οδηγεί καλά και τον κατευθύνει και τον βάζει, μεσ’ από την στενή οδό και πύλη, στην απέραντη ουράνια μακαριότητα.

            Και αν ο Παύλος, που ακολουθεί κι αυτός το Χριστό, θεωρεί την αγάπη ως την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, ως τη σύνοψη του νόμου και των προφητών, το καλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι η αγάπη στους φτωχούς και, γενικότερα, η ευσπλαχνία και η συμπάθεια στους συνανθρώπους. Γιατί τίποτ’ άλλο δεν ευχαριστεί τόσο πολύ το Θεό και τίποτ’ άλλο δεν Του είναι τόσο αγαπητό όσο η ευσπλαχνία. Αυτή, μαζί με την αλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του και αυτή πρέπει να Του προσφερθεί πριν την Κρίση. Μα και σε τίποτ’ άλλο δεν δίνεται ως ανταπόδοση από Εκείνον, που κρίνει με δικαιοσύνη και ζυγίζει με ακρίβεια την ευσπλαχνία, όσο στη φιλανθρωπία η φιλανθρωπία.

            Σ’ όλους, λοιπόν, τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε να δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ. 12:15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους φοροεισπράκτορες ή φονικούς ληστές ή άπληστους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.

            Τι θα κάνουμε, λοιπόν, εμείς που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα ‘’χριστιανοί’’ και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και  φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; Τι θα κάνουμε, έχοντας μπροστά μας ένα τόσο μεγάλο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπάθειας; Θα παραβλέψουμε τους συνανθρώπους μας; Θα τους περιφρονήσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε; Κάθε άλλο, αδελφοί μου. Αυτά δεν ταιριάζουν σ’ εμάς, τους θρεμμένους από το Χριστό, τον καλό ποιμένα, που φέρνει πίσω το πλανεμένο πρόβατο και ψάχνει να βρει το χαμένο και στηρίζει το ασθενικό. Μα δεν ταιριάζουν ούτε στην ανθρώπινη φύση μας, που επιβάλλει τη συμπάθεια, αφού από την ίδια της την αδυναμία έμαθε την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία.

            Γιατί, μολαταύτα, δεν βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, όσο είναι ακόμα καιρός; Γιατί εμείς ζούμε μέσα στην απόλαυση, ενώ οι αδελφοί μας μέσα στη δυστυχία; Ποτέ να μην πλουτίσω, αν αυτοί στερούνται! Ποτέ να μην έχω υγεία, αν δεν βάλω βάλσαμο στις πληγές τους! Ποτέ να μη χορτάσω, ποτέ να μην ντυθώ, ποτέ να μην ησυχάσω μέσα σε σπίτι, αν δεν τους δώσω ψωμί και ρούχα, όσα μπορώ, κι αν δεν τους ξεκουράσω μέσα στο σπίτι μου.

            Ας τ’ αναθέσουμε όλα στο Χριστό, για να τον ακολουθήσουμε αληθινά, σηκώνοντας το σταυρό Του, για ν’ ανεβούμε στον επουράνιο κόσμο ανάλαφρα και άνετα, χωρίς τίποτα να μας τραβάει προς τα κάτω, και για να κερδίσουμε στη θέση όλων αυτών το Χριστό, ανεβασμένοι χάρη στην ταπείνωσή μας και πλουτισμένοι χάρη στη φτώχεια μας. Ή, τουλάχιστον, ας μοιραστούμε με το Χριστό τα υπάρχοντά μας, για ν’ αγιαστούν κάπως με τη σωστή κατοχή τους και την προσφορά μεριδίου τους στους φτωχούς.

            Δεν θα συνέλθουμε, έστω και αργά; Δεν θα νικήσουμε την αναισθησία μας, για να μην πω την τσιγκουνιά μας; Δεν θα σκεφτούμε ως άνθρωποι; Δεν θα βάλουμε νοερά στη θέση των ξένων συμφορών τις πιθανές δικές μας;

            Γιατί, στ’ αλήθεια, τίποτε από τ’ ανθρώπινα δεν είναι βέβαιο, τίποτε δεν είναι σταθερό, τίποτε δεν είναι ανεξάρτητο από άλλους παράγοντες, τίποτε δεν στηρίζεται σε αμετάβλητες προϋποθέσεις. Η ζωή μας γυρίζει σε κύκλο, έναν κύκλο που φέρνει πολλές μεταβολές, συχνά μέσα σε μια μέρα, κάποτε και μέσα σε μιαν ώρα. Πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται κανείς τον άνεμο, που κινείται ακατάπαυστα, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τη γραμμή, που αφήνει πάνω στα νερά ένα ποντοπόρο πλοίο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τ’ απατηλά όνειρα μιας νύχτας, που η απόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται όσα χαράζουν τα παιδιά πάνω στην άμμο, όταν παίζουν, παρά την ανθρώπινη ευτυχία.

            Είναι, λοιπόν, συνετοί εκείνοι, που, μην έχοντας εμπιστοσύνη στα τωρινά, φροντίζουν να εξασφαλιστούν για το μέλλον. Επειδή η ανθρώπινη ευημερία είναι άστατη και μεταβλητή, αγαπούν την καλοσύνη, που δεν χάνεται, για να κερδίσουν τουλάχιστο το ένα από τα τρία: ή να μην κάνουν τίποτα το κακό, επειδή η καλοσύνη τους προκαλεί τη συμπάθεια του Θεού, ο οποίος πολλές φορές ευεργετεί στον ουρανό τους ευσεβείς για τις επίγειες αγαθοεργίες τους· ή να έχουν θάρρος ενώπιον του Θεού, επειδή κακοπάθησαν όχι για κάποια κακία, αλλά για κάποιον άλλο σκοπό· ή, τέλος, όντας φιλάνθρωποι, να απαιτούν από το Θεό σαν οφειλόμενη τη φιλανθρωπία, την οποία έδειξαν πρώτα εκείνοι στους φτωχούς, ενεργώντας έξυπνα.

            «Ας μην καυχιέται ο σοφός τη σοφία του, λέει ο Κύριος, μήτε ο δυνατός για τη δύναμή του μήτε ο πλούσιος για τον πλούτο του» (Ιερ. 9:23), έστω κι αν έχουν φτάσει στο ύψιστο σημείο σοφίας, δυνάμεως ή πλούτου. Εγώ, όμως, θα προσθέσω κι εκείνα που ακολουθούν: Ας μην καυχιέται μήτε ο περίβλεπτος για τη δόξα του μήτε ο γερός για την υγεία του μήτε ο όμορφος για την ομορφιά του μήτε ο νέος για τα νιάτα του μήτε, κοντολογίς, άλλος κανένας για οτιδήποτε απ’ όσα παινεύονται στον κόσμο τούτο και προξενούν την υπερηφάνεια. Αλλά, όποιος καυχιέται, μόνο γι’ αυτό ας καυχιέται, για το ότι γνωρίζει και ζητάει το Θεό, υποφέρει μαζί μ’ εκείνους που υποφέρουν και αποθέτει τις ελπίδες του για τα καλά στο μέλλον. Γιατί τα τωρινά αγαθά είναι ρευστά και πρόσκαιρα. Συνεχώς μετακινούνται και πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, όπως η μπάλα στο ποδόσφαιρο. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο για τον άνθρωπο που τα κατέχει, από το ότι θα τα χάσει με το χρόνο ή από το φθόνο. Απεναντίας, τα μελλοντικά αγαθά είναι σταθερά και μόνιμα. Ποτέ δεν χάνονται, ποτέ δεν πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, ποτέ δεν διαψεύδουν τις ελπίδες όσων τα εμπιστεύονται.

            «Ποιος είναι σοφός, για να τα καταλάβει αυτά;» (Ωσ. 14:10). Ποιος θ’ αδιαφορήσει για τα εφήμερα και θα προσέξει τα μόνιμα; Ποιος θα συλλογιστεί ότι τα τωρινά θα περάσουν; Ποιος θ’ αναλογιστεί ότι τα αναμενόμενα θα μείνουν; Ποιος θα ξεχωρίσει τα πραγματικά  απ’ τα φαινομενικά, για ν’ ακολουθήσει τα πρώτα και να περιφρονήσει τα δεύτερα; Ποιος θα ξεχωρίσει την επίγεια διαμονή από την επουράνια πολιτεία, την παροικία από την κατοικία, το σκοτάδι από το φως, τη λάσπη του βυθού από τα άγια χώματα, τη σάρκα από το πνεύμα, το Θεό από τον κοσμοκράτορα διάβολο, τη σκιά του θανάτου από την αιώνια ζωή; Ποιος θα εξαγοράσει με τα παρόντα το μέλλον, με τον φθαρτό πλούτο τον άφθαρτο, με τα ορατά τα αόρατα;

            Μακάριος, λοιπόν, είναι εκείνος που τα διακρίνει αυτά, χωρίζει με το μαχαίρι του Λόγου το καλύτερο από το χειρότερο, ανυψώνεται με την καρδιά του, όπως λέει κάπου ο ιερός Δαβίδ (Ψαλμ. 83:6), φεύγει μ’ όλη του τη δύναμη μακριά από την κοιλάδα τούτη της οδύνης, επιδιώκει τα αγαθά που βρίσκονται στον ουρανό, σταυρώνεται για τον κόσμο μαζί με το Χριστό, ανασταίνεται μαζί με το Χριστό, ανεβαίνει στα επουράνια σκηνώματα μαζί με το Χριστό και γίνεται κληρονόμος της αληθινής ζωής, που δεν μεταβάλλεται ποτέ πια.

            Ας ακολουθήσουμε το Λόγο, ας επιδιώξουμε την ουράνια απόλαυση, ας απαλλαγούμε από την επίγεια περιουσία. Ας κρατήσουμε από τα γήινα μόνο όσα είναι καλά, ας σώσουμε τις ψυχές μας με ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε αιώνια αγαθά. Δώσε κάτι και στην ψυχή, όχι στη σάρκα μονάχα. Δώσε κάτι και στο Θεό, όχι στον κόσμο μονάχα. Πάρε κάτι απ’ την κοιλιά και δώσ’ το στο πνεύμα. Πάρε κάτι απ’ τη φωτιά, που κατακαίει τα γήινα, και ξεμάκρυνέ το από τη φλόγα. Άρπαξε κάτι από τον τύραννο κι εμπιστέψου το στον Κύριο. Δώσε λίγο σ’ Εκείνον, που σου έχει προσφέρει το πολύ. Δώσε τα και όλα ακόμα σ’ Εκείνον, που σου τα έχει χαρίσει όλα. Ποτέ δεν θα ξεπεράσεις στη γενναιοδωρία το Θεό, έστω κι αν χαρίσεις όλα σου τα υπάρχοντα, έστω κι αν προσθέσεις σ’ αυτά και τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί και του εαυτού σου η προσφορά στο Θεό ισοδυναμεί με απόκτηση. Όσα κι αν προσφέρεις, εκείνα που μένουν είναι περισσότερα. Και δεν θα δώσεις τίποτα δικό σου, γιατί όλα τα έχεις πάρει από το Θεό.

            Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές, ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.

            Οι άνθρωποι, όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια, αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα! Δεν σκέφτονται, αν όχι τίποτ’ άλλο, πως η φτώχεια και ο πλούτος, η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις. Αρχικά, όμως, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή (Ματθ. 19:8), αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο, τον άφησε ελεύθερο, αυτεξούσιο – συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής – και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία κι αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει – και χάρισε – ο Θεός, μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.

            Μετά την παράβαση, λοιπόν, εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η δολερή τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση, το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια  της φύσεως, αφού πήρε και το νόμο βοηθό της.

            Εσύ, όμως, να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση· όχι το νόμο που επικράτησε, αλλά το νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.

            Παρηγόρησε ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο.

            Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν  και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται, για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια.

            Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία, μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα μόνο σε αρετή.

            Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού.

            Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.

            Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22:1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;

            «Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α).

            Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί και άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5:7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40:2). Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει τη ελεημοσύνη σου. «Μην πεις. ‘’Φύγε τώρα και έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια’’» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου  σ’ εκείνους που δεν έχουν στέγη» (Ησ. 58:7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες.

            Μήπως νομίζεις πως η φιλανθρωπία δεν είναι αναγκαία, αλλά προαιρετική; Μήπως νομίζεις πως δεν αποτελεί νόμο, αλλά συμβουλή και προτροπή; Πολύ θα το ‘θελα κι εγώ έτσι να είναι. Και έτσι το νόμιζα. Μα με φοβίζουν όσα λέει η Γραφή για εκείνους που, την ημέρα της Κρίσεως, ο Δίκαιος Κριτής βάζει στ’ αριστερά Του, σαν κατσίκια, και τους καταδικάζει (Ματθ. 25:31-46). Αυτοί δεν καταδικάζονται γιατί έκλεψαν ή λήστεψαν ή ασέλγησαν ή έκαναν οτιδήποτε άλλο απ’ όσα απαγορεύει ο Θεός, αλλά γιατί δεν έδειξαν φροντίδα για το Χριστό μέσω των δυστυχισμένων ανθρώπων.

            Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες.

Αμήν.


(Από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.)


alopsis

Κυριακή της Απόκρεω



Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθαίου κε' 31-46.
ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»(Ματθ. κε' 40).
1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».
Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.
2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.
Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.
3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.
Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
τηλ. 2310 212659

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Εις την Κυριακή του Φιλεύσπλαχνου Πατέρα ή του Ασώτου Υιού



Ας είναι ευλογητός ο Θεός και φιλεύσπλαχνος Πατέρας, αγαπητοί μου αδελφοί, Αυτός πού μας χορήγησε δαψιλώς την περιουσία Του, μας έντυσε με τον χιτώνα του Βαπτίσματος και μας κατεφίλησε με την απέραντη αγάπη Του. Ευλογητός ας είναι ο Θεός Πατέρας πού μας χορήγησε σανδάλια πνευματικά για να πατάμε "επί οφέων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού" , με το κινούν και Ιερόν Χρίσμα και μας έθεσε δακτύλιον αρραβώνος και εξουσίας της επουράνιας βασιλείας Του. Αλλά ας είναι και τρις ευλογητός για το υπέροχο θαύμα και την μεγαλειώδη αγάπη της Σταυρικής Θυσίας και των "υπέρ ημών γεγενημένων", "του Τάφου, της εκ νεκρών Αναστάσεως,της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας πάλιν και ενδόξου φρικτής παρουσίας" του Μόσχου του Σιτευτού, του Μονογενούς του Υιού, πού δώρισε στον αποστάτη άνθρωπο, "ίνα ο πιστεύων εις αυτόν μη απόλυται, αλλά έχειν ζωήν αιώνιον". Ευλογητός και δοξασμένος ας είναι τέλος ο Φιλεύσπλαχνός Πατέρας για την θαλπωρή και την ασφάλεια του πατρικού οίκου, της Αγίας Εκκλησίας, του καταφυγίου κάθε ασώτου και αμαρτωλού, του πνευματικού φαρμακείου για κάθε ασθενή, της νομής της ουράνιας για κάθε πρόβατον απολωλός και νυν ευρισκόμενον.

Ευλογητός λοιπόν ας είναι ο Θεός και Πατέρας, διότι η αυριανή παραβολή δεν είναι μύθος ιστορικός και αλληγορία θρησκευτική και αφηρημένη αλλά η ρεαλιστική ιστορία του ανθρωπίνου γένους και του καθ'ενός από μάς. Ο καθένας και μια προσωπική περιπέτεια, μια εωσφορική αυτονόμηση, μια ανάδυση από τον ζόφο και το σκοτάδι του Άδη. Νεκροί είμασταν και αναστηθήκαμε, χαμένοι και βρεθήκαμε. Ίσως με την ακρόαση του θείου λόγου η σκέψη μας μετεωρίζεται στο τρίτο πρόσωπο, σε μια γνωστή και ιδιαίτερη περίπτωση πού ομοιάζει με την περιπλάνηση και την επιστροφή του ασώτου. Κι όμως " για σένα λέει η ανάγνωση" , αγαπητέ μου συναμαρτωλέ και συνάσωτε. Είναι η προσωπική σου και η προσωπική μου ιστορία σε σχέση με τον Θεό Πατέρα, πού πάσχει ο απαθής και οδυνάται ο ανενδεής για την δική σου και την δική μου επιστροφή και σωτηρία.

"Δεινόν η ραθυμία. μεγάλη η μετάνοια"!, κράζει ο υμνωδός της Μεγάλης Τετάρτης. Ίσως νομίζεις , αγαπητέ χριστιανέ, αδύνατη την επιστροφή και την μετάνοια, γλυκεία και προτιμητέα την συναναστροφή μετά των χοίρων, από την αυστηρή αντιμετώπιση και τιμωρία και ανταπόδωση ενός Εκδικητή Θεού. Τί μεγάλο λάθος και παρανόηση κατάφερε ο εχθρός στον εσκοτισμένο νού μας, παρουσιάζοντας έναν τέτοιον εκδικητικό Θεό. Καθόλου εκδικητικός δεν είναι, αλλά ακόμα και την φοβερά ώρα της προδοσίας και της αμαρτίας , στέκεται δίπλα σου περιμένοντας την επιστροφή και την μετάνοια σου. Ίσως φοβάσαι ακόμα τον μεγάλο αδελφό της παραβολής, τον δίκαιο και θρησκευτικό, πού επιφανειακά δεν ξεστράτισε σαν και εσένα, αλλά έμεινε πάντα κοντά στον Πατέρα και τον έλεγχο του. Συναμαρτωλέ και άσωτε, ο στίχος από το ιδιόμελον της Μεγάλης Τετάρτης, πού παραθέσαμε, αναφέρεται στον σκοτισμό και την ραθυμία ενός πού είχε όλα τα προσόντα να είναι άγιος και μάλιστα Απόστολος κορυφαίος και νικήθηκε από την ραθυμία και την υπερηφάνεια και έμεινε ως ο πρεσβύτερος υιός εκτός Νυμφώνος Χριστού,του Ιούδα. Μιλάει επίσης για την μετάνοια και την αγιότητα της πρώην πόρνης. Διότι, αναφωνούν οι πατέρες: "Ευλογημένη μετάνοια, πού αδειασες την κόλαση και γέμισες τον παράδεισο με αμαρτωλούς και πόρνες και τελώνες". "Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί" και "ιδού οι τελώνες και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν των ουρανών" , γιατί " η βασιλεία των ουρανών ανήκει στους βιαστές και βιαστές την κληρονομούν" . Υπάρχει μεγαλύτερος βιασμός από την μετάνοια; Ο Ληστής . ο αποτρόπαιος φονιάς και αποστάτης,τον Παράδεισον τον εσύλησε. Έσπασε και συνέτριψε τις θύρες του παραδεισίου κήπου με ορμή και αποφασιστικότητα με την κραυγή "Μνήσθητι μου κύριε εν τη βασιλεία σου"!
Ιδού η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου. Η Κυριακή ενός φιλεύσπλαχνου Πατέρα και ενός παιδιού πλανημένου και νεκρού πού αναστήθηκε από την τεράστια αγάπη και την γενναία επιστροφή. Μετά την ταπείνωση του τελώνη, η μετάνοια του Ασώτου. Μετά την αυτοεξουθένωση και τον αυτοέλεγχο του αμαρτωλού, η γενναία απόφαση και επιστροφή. 

Αυτό ζητά και επαιτεί ο Πανοικτίρμων Θεός από εμάς τους εγωιστές και απελπισμένους, τους μη έχοντας ένδυμα γάμου και παρρησία, τους πληγωμένους και τεθανατωμένους από το φαρμάκι της ανομίας: Την μετάνοια πού ανασταίνει νεκρούς. Την μετάνοια πού συλεί τον ασύλητον παράδεισον.
Ουδέν αδύνατον για τον Θεό. Καμία αμαρτία δεν είναι ισχυρότερη της Αγάπης Του και της συγχωρητικότητας του. "Οποιος είναι άσωτος , ας προσέλθει με θάρρος,γιατί άνοιξε του θεϊκού οίκτου η θύρα"! Καλή αγωνιστική συνέχεια και ευλογημένο Τριώδιον.


π. Παντελεήμων , 2-3-2013

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2013/03/blog-post_2.html#ixzz2MN3wSyJx