«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

Και πάλιν Τριώδιο και πάλι Τελώνης και Φαρισαίος και πάλι η ορθή προσευχή και η υψοποιός ταπείνωση. " Θέλω να σας μιλήσω για την ταπείνωση αδελφοί και φοβούμαι" , γράφει ο αββάς Ισαάκ "διότι θα μιλήσω για πράγμα σπουδαίο" , πού φτάνει ως τον ουρανό και τον Θεό.Ταπείνωσις εστί "στολή της θεότητος", διότι την ταπείνωση ντύθηκε ο Λόγος του Θεού για να συναναστραφεί με τους ανθρώπους.

Πώς να εισακουστούν και να εκτιμηθούν τα λόγια του αββά Ισαάκ σήμερα; Σήμερα η ταπείνωση θεωρείται ταπεινολογία, φαρισαισμός, αδυναμία, δειλία.Δεν διακρίνουμε την παρρησία από το θράσος, αλλά ούτε και τον εξευτελισμό και την ένοχη σιωπή από την αληθινη ταπείνωση. Η ταπείνωση στον άνθρωπο σε αντίθεση με τον ταπεινούντα εαυτόν εως γης Χριστόν,  έχει και σχήμα και ενεργεια εσωτερικά κυρίως. Κοσμεί τον μέσα άνθρωπο. Η ταπεινοσχημια όμως δεν διαφέρει από αυτή την κομπαστική υπερηφάνεια που έκανε τον Φαρισαίο "άγιο" και δικαιούντα εαυτόν. Γι'αυτό και οι πραγματικά ταπεινοί είναι και δυσδιάκριτοι, αλλά και σε έναν κόσμο αυτοπροβολής και επιδεικτικής θρησκευτικότητας, καλά κρυμμένοι. Λέγεται για τους αγίους σαλούς, πώς επιδείκνυαν αχαρακτήριστες και σκανδαλώδεις συμπεριφορές για να κρύψουν την αγιότητα τους.Αυτή είναι η μεγαλειώδης ταπείνωση πού δεν χωρεί αμφισβήτηση παρά μόνο διακριτικώς θαυμασμό και σεβασμό.

Φυσικά το μόνο μήνυμα της αυριανής Κυριακής δεν είναι μόνον η ταπείνωση ως αυτοσκοπός, αλλά και το ορθόν μέσον , η ευάρεστη στον Θεό προσευχή. Αν οι αρχαίοι προσέφεραν στον Θεό , θυσίες και ολοκαυτώματα, η δική μας λατρεία ορίζει μοναδική και ευάρεστη θυσία "καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμενη". Η ορθόδοξη λατρεία είναι θέατρον και δράμα, αλλά και "ανάμνησις" ταπεινώσεως. Η Φάτνη, ο Γολγοθάς, ο Τάφος, η Ανάσταση,οι ζωντανές αποδείξεις της Αφάτου Κενώσεως είναι έμπροσθεν μας και μας διδάσκουν, μας μυούν στο μυστήριο και το ήθος της ταπείνωσης, με Μυσταγωγό αυτόν τον ίδιο τον Αμνό του Θεού, τον πράο και ταπεινό τη καρδιά και εαυτόν ταπεινώσαντα και κενώσαντα εως θανάτου Σταυρού.
Μπαίνουμε και πάλι στο ευλογημένο Τριώδιο , πού αρχίζει από τον Ναό των Ιεροσολύμων, με την προσευχή των δύο μεγάλων αμαρτωλών  και καταλήγει στον εσφραγισμένο λίθο του Παναγίου Τάφου, το Μεγάλο Σάββατο. Το στοιχημα λοιπόν είναι η νέκρωση της αμαρτίας για να δούμε την Ανάσταση, νέκρωση τελωνική και όχι εντύπωση φαρισαϊκή.Θέλει γενναιότητα ψυχής για να μπούμε στο Τριώδιο.Γενναιότητα να απορρίψουμε όλα αυτά που αγαπάμε και συνηθίζουμε. Να βγούμε από τον εαυτό μας. Να μονωθούμε στην έρημο, ζώντας παράλληλα την κοινωνία των ανθρώπων.Η Εκκλησία μέσα στο Τριώδιο όρισε την πυκνή λειτουργική ζωή και προσευχή. Αυτά μας προσδιορίζουν και δίνουν χρώμα και κατεύθυνση στον αγώνα μας. Ας πάρουμε την γενναία απόφαση...

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2013/02/blog-post_21.html#ixzz2LYbszOGX

π παντελεήμων

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, εις την Χαναναίαν




Ιδού ότι υπήρξε και συμφορά η οποία έγινε αφορμή μεγάλης ευφροσύνης, και πένθος που προξένησε ευθυμία, και λύπη που έφερε υπερβολικήν χαρά. Επειδή όπου παρευρίσκεται ο Ιησούς, και ο θρήνος μεταβάλλεται σε ηδονήν, και ο κλαυθμός και οδυρμός μεταλλάσσεται σε ευφροσύνην. Το μαρτυρεί αυτό με τα λόγια της κραυγάζοντας η Χαναναία, την ιστορία της οποίας με θαυμασμόν η βίβλος των Ευαγγελίων την επιδεικνύει μέχρι τώρα, και διατηρεί την κραυγή της γραμμένη σαν σε στήλη, ώστε ο επίβουλος χρόνος να μην παρασύρη την μνήμη” Επειδή ο καρπός της πίστεως είναι πιο δυνατός. «Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς», λέγει, «ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Ο Θεός παρευρίσκεται παντού, και κανένας τόπος δεν ετόλμησε να τον περιορίση. Και επειδή είναι κατά φύσιν αόρατος, επιβεβαιώνει την παρουσία του σ’ εκείνους που τον έβλεπαν, προβάλλοντας τον ναό που ενεδύθη προς χάριν μας. Ήλθε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, στα παλαιά καταγώγια των δαιμόνων, στις περιοχές των ειδώλων, στις χώρες της ειδωλολατρίας, στο αντικείμενο της κατηγορίας των Προφητών.

...

Πρόσεξε παρακαλώ τον Ευαγγελιστήν πώς κομπάζει με την διήγηση, και αποκαλύπτει το νόημα της μεταβάσεως του Κυρίου: «Και εξελθών εκείθεν, ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Από πού εκείθεν; Από εκεί όπου θαυματουργώντας εδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ήκουεν ύβρεις, και ευεργετώντας αντιμετώπιζε την απιστία. «Και ιδού γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε λέγουσα: Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Χαναναία το γυναικάριον, αλλά με την προαίρεσιν ηρνήθη το γένος της. Η πίστις ενίκησε την φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ας μην κατηγορή τους Χαναναίους. Η γυναίκα αυτή έλυσε τα εγκλήματα των πατέρων της, γίνεται αρχή ευσεβείας, κραυγάζοντας στους ευσεβείς: «Υιέ Δαυίδ, ελέησον με». Πόσες μυριάδες Ιουδαίων εθεράπευσε ο Χριστός και αντί ευχαριστίας ήκουσε: «Ούτος πόθεν εστίν ουκ οίδαμεν». Ενώ μία άσημος γυναίκα Χαναναία και πριν την θεραπεία, με αναπτερωμένην πίστη έφθασε σε ύψος ευαγγελιστού. «Κύριε, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Πένθος ελεεινόν και θέαμα για την μητέρα πιο πικρόν και από τον θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρές παλεύει με την κόρη, και ο εχθρός παραμένοντας αόρατος, παρατάσσεται κατά του παιδιού.

- Πώς να αναγγείλω το δεινόν, πώς να κηρύξω το πάθος; Δεν υποφέρω να την βλέπω.

Πηδά έξω από το σπίτι, περιφέρεται στην πόλιν εκτείνοντας τα χέρια στον αέρα, με βλέμμα απλανές και ακάλυπτα τα μαλλιά.

- Φωνάζει: Για καταγώγιον του δαίμονος το εγέννησα το παιδί μου;

Παραβλέπει την αισχύνην η συμφορά, και το πάθος αιχμαλώτισε την φυσικήν εντροπήν. Αφήνει κραυγές που προκαλούν τον φόβο. Τρέχει στον δρόμο, ελεεινώς σιωπά και ακόμη χειρότερα ομιλεί. Δεν έχει προθεσμίαν η τιμωρία, καταναλώνονται οι νύκτες στην αγρυπνία. Ευρίσκοντας δε τις ημέρες φοβερότερες από τις νύκτες, πηδά από την κλίνη και αρχίζει να διαλαλή την συμφορά:

- Ελέησον με, που μαστιγώνομαι από την θυγατέρα μου. Εκείνης το πάθημα, ιδικός μου ο πόνος, εκείνην διαπομπεύει το δαιμόνιον, η φύσις όμως δια μέσου εκείνης γίνεται όπλον εναντίον μου. Ο δαίμων εισήλθε στην θυγατέρα πολεμώντας την μητέρα, σ’ εμένα ρίπτει τα βέλη δια μέσου αυτής. Είθε να μη μου γεννούσε αυτήν την κυοφορίαν η φύσις! Να ετελείωνε η ζωή μου με τον τοκετό. Θα ήταν παρηγορία για τον θάνατον ο νόμος της φύσεως. Ελέησόν μας.

«Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Ω φιλάνθρωπος σιωπή με σχήμα απάνθρωπον! Ω σιωπή μεγαλόφωνος, που είναι κατήγορος των Ιουδαίων! Με αυτήν έλεγε ο Σωτήρ στους Ιουδαίους: Βλέπεις, Ιουδαίε, Χαναναίας ευγένεια; Βλέπεις από ρίζα διαβεβλημένην καρπόν επαινετόν; Δεν εδέχθη τον Μωυσή για νομοθέτη και ανεγνώρισε του Μωυσέως τον Δεσπότην. Δεν γνωρίζει Προφήτες και πιστεύει σ’ αυτόν που επροφητεύθη. Και σημεία δεν είδε, και τον απόγονο του Δαυίδ ομολόγησε. Τον Θεόν τον ηρνήθης έπειτα από τόσα θαύματα, και αυτή πριν ιδεί θαύμα τον επίστευσε. Αλλά κοίτα που κλαίει και εγώ την παραβλέπω προς χάριν σου. Αν και λυπούμαι το πένθος, όμως κρύβω το έλεος. Φωνάζει σαν εθνική, την στέλλω σ’ εσέ παίρνοντάς σου από πριν την πρόφαση της απιστίας. Δεν την απαλλάσσω από το πάθος, για να μη σου προκαλέσω φθόνο. Συγκρατώ την θεραπεία, για να μη σου δώσω λαβήν απιστίας, για να μη λέγω, κατηγορώντας σαν άπιστος: την Χαναναίαν ελεούσες; Γιατί εθεράπευες τους εχθρούς του Μωυσέως; Κοίτα που την αφήνω να κλαίη, και για να τιμήσω εσέ παραβλέπω μητέρα που τιμωρείται με τα παθήματα της κόρης!

«Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Η αναβολή της θεραπείας, δοκιμασία της πίστεως, χωνευτήριο της προαιρέσεως της γυναικός. Μάλλον η σιωπή του Κυρίου γίνεται έπαινος στην Χαναναία. Μέχρι την στιγμή που ο χορός των Αποστόλων, μη γνωρίζοντας την σοφία της Δεσποτικής σιωπής, και αδυνατώντας να υποφέρη την φωνή της πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης προς τον Σωτήρα, και πρεσβεύουν για την γυναίκα οι μαθηταί του Χριστού. Δέχονται αυτοί τις ικεσίες της, και παρακαλούν τον Κύριον: «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών». Τι απαντά η ανέκφραστος φιλανθρωπία, η απόρρητος σοφία;». «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».

Βαρυτέρα από την σιωπήν η απόκρισις. Ανάλογος όμως με την πίστιν της Χαναναίας. Διότι αν δεν ήταν η πίστις της μεγάλη, θα κατηγορούσε τον Σωτήρα για απανθρωπίαν ή για αδυναμίαν, θα απεμακρύνετο και θα έλεγε: τι φοβερά απανθρωπία! Δεν με ελυπήθη που κλαίω, δεν ελέησε μητέρα που πληγώνεται με τα παθήματα της κόρης, δεν ελέησε το δράμα της φύσεως. Ικέτευα και με απεστρέφετο, εφώναζα και με απέφευγε. Και πρώτα μεν απέκρουσε τις φωνές μου με την σιωπήν. Ούτε όταν εφώναζα την ώρα που σιωπούσε τον συνεκίνησα, τότε που είχα καλές ελπίδες για την θεραπείαν, όταν το πάθημά μου ευρήκε συνηγόρους, όταν προσδοκούσα φιλάνθρωπο λόγον, όταν ονειροπολούσα πως μόλις ομιλήσει θα απαλλαγή η θυγατέρα μου. Με ανοικτό το στόμα ανέμενα φωνήν που θα φέρη την άνεση. Και τότε ομίλησε και διέλυσε τις ελπίδες μου. Φορτωμένη με λύπη φεύγω. Μου πρόσθεσε συμφορές με τις ύβρεις του. Κυνάριο με είπε μέσα σε τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αυτός δικαιώνει τον δαίμονα. Φαίνεται της κόρης μου η συμφορά ενίκησε κι αυτού την δύναμη. Ίσως με τις ύβρεις έκρυψε την ομολογία της ήττας του. Ένα μόνον εκέρδισα από την ικεσία μου. Ηύξησα του δημίου της κόρης μου την αγανάκτησιν, άναψα τον θυμόν του με τα λόγια εκείνου, έκαμα αγριότερον τoν εχθρόν του παιδιού μου.

Αλλά δεν ολίσθησε σε παρομοίους λόγους, ούτε με τις ύβρεις η πίστις ατόνησε. Μεγάλη η πίστις της γυναικός, γι’ αυτό και εθησαυρίσθη στα Ευαγγέλια. «Ουκ έξεστιν βαλείν τoν άρτον των τέκνων τοις κυναρίοις». Αυτή δε προσπαθώντας να μεταπείση τoν Δεσπότην έλεγε: Ναι Κύριε, παίρνω την ύβρη σαν υπόσχεση θεραπείας. «Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Μου εγγυάται την σωτηρίαν η προσφώνησις του ζώου αυτού. Ας γίνη το μέγεθος της ύβρεως μέτρον γι’ αυτό που θα μου δώσης. Κυνάριο με ονόμασες. Σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου. Έχει μερίδιον από τα ψίχουλα των τέκνων και το κυνάριο. Δεν αρπάζω τον άρτο, τα ψίχουλα ζητώ. Δεν πηδώ επάνω στην τράπεζα, αυτά μου φθάνουν. Δεν ομιλώ για απόλαυσιν. Ας απολαύση ο κληρονόμος σου εκείνο το τραπέζι, ας πέση όμως από το χέρι σου κάποιο ψίχουλο και για εμάς.

Ω πίστις! Ω σύνεσις! Ω ευλάβεια Χαναναίας! Τι κάνει λοιπόν ο Σωτήρ; Αποκαλύπτει τι έκρυβε η σιωπή: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»! Γι’ αυτό ανέβαλα την χάρη, για να δείξω την πίστη σου. Δεν σιωπούσα ως απάνθρωπος, αλλά ησύχαζα ως προγνώστης. Περίμενα να φανεί όλη σου η πίστις. Ήθελα να διδαχθούν οι παρόντες τι μαργαρίτης εκρύπτετο σε γυναίκα Χαναναία. Σου ανοίγω όλο το τραπέζι της θεραπείας, και σου χαρίζω όχι σαν σε κυνάριο τα ψίχουλα, αλλά ως θυγατέρα τον άρτον. Εσύ μεν ενίκησες με την πίστη τους Ιουδαίους, εγώ δε με την δωρεά το αίτημά σου. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Γίνε συ ιατρός της κόρης σου, μέσα σου έχεις της θεραπείας το φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατά των Ιουδαίων και του δαίμονος. Λάβε έπαθλο της πίστεως, την θεραπεία της φύσεως.

Ας αναζητήσωμε την πίστη, τον στέφανον της Εκκλησίας. Ας αγαπήσωμε την πίστη, την αστραπή της οποίας δεν υποφέρουν οι δαίμονες. Την πίστη, το κεφάλαιον των μαθητών του Χριστού. Ας ακούσωμε τον Παύλο που φωνάζει: «Στήκετε εν τη πίστει». «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», ώστε να ακόυσωμε και εμείς τον Δεσπότη να μας λέγη: «Γεννηθήτω υμίν ως θέλετε». Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


(5ος αιών - Migne, P.G. τ. 85, στ. 245. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 295 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
 
alopsis 

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

Κυριακή ΙΣΤ Ματθαίου Παραβολή των ταλάντων (Ματ.κγ', 14-30) του Ιωάννη Δήμου


Μέσα στις πολλές παραβολές που είπε ο Χριστός περιλαμβάνεται και η βαθυστόχαστη παραβολή των ταλάντων. Σύμφωνα με την παραβολή αυτή ένας πλούσιος οικοδεσπότης, προκειμένου να απουσιάσει για ένα χρονικό διάστημα από το σπίτι του, κάλεσε τους υπηρέτες  και, ανάλογα με τη δύναμη του καθενός,  τους εμπιστεύτηκε τάλαντα με την εντολή να εργασθούν και να τα αυξήσουν. Στον πρώτο  έδωσε  πέντε, στο δεύτερο δύο, και στον τρίτο ένα. Οι μεν δύο πρώτοι διπλασίασαν τα τάλαντα και το αφεντικό τους επιδοκίμασε και τους βράβευσε, όταν επέστρεψε. Ο τρίτος όμως δεν ασχολήθηκε με το τάλαντο αλλά το έθαψε στη γη και γι' αυτό τον   καταδίκασε  και  τον έδιωξε από το σπίτι ως  ανάξιο δούλο.
Είναι αυτονόητο ότι ο πλούσιος οικοδεσπότης δεν είναι άλλος παρά ο Θεός ο Οποίος ως πηγή των αγαθών προσφέρει στους ανθρώπους ποικίλα ψυχικά και σωματικά χαρίσματα με την εντολή να κινηθούν δραστήρια στην παρούσα ζωή και  να αξιοποιήσουν αυτά ευεργετικά για τους ανθρώπους.  Τα χαρίσματα αυτά εμβολιάζονται στον άνθρωπο κατά την ώρα του βαπτίσματος και ιδιαίτερα κατά τη στιγμή του Μυστηρίου του Χρίσματος, οπότε δίνονται στον άνθρωπο τα ποικίλα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Σκοπό έχουν την ανάπτυξη τους και την καρποφορία τους από τον άνθρωπο για να αναδειχθεί ένα έμψυχο καρποφόρο δένδρο ευεργετικό μέσα στην κοινωνία. Η συνεχής επεξεργασία των χαρισμάτων, η καλλιέργεια και η αύξηση τους αναδεικνύει τον πιστό πραγματικό πρεσβευτή του Θεού επί της γης. Έτσι ο άνθρωπος, αν κινηθεί δραστήρια και ευεργετικά κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του εφαρμόζοντας το θέλημα του Θεού, θα αποκτήσει τον έπαινό Του και την επιδοκιμασία Του.
Παράδειγμα και υπόδειγμα για το ότι πρέπει οι χριστιανοί να εργάζονται πνευματικά για την αντιμετώπιση της αμαστίας και την αύξηση των αρετών δίνει ο Ίδιος ο Κύριος ο οποίος βρισκόταν σε αδιάκοπη κίνηση και δράση και όπως αναφέρεται, «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου ». Καταπληκτικά υπήρξαν τα αποτελέσματα της τριετούς δράσης Του κατά την οποία,   παρά την πείσμονα αντίδραση που αντιμετώπισε, ολοκλήρωσε  το έργο Του. Το πόση   σημασία έδινε ο Κύριος στο έργο Του  φαίνεται και από το ότι εξέλεξε τους μαθητές Του για να το συνεχίσουν και τους προέτρεψε να δεηθούν στο Θεό να εκβάλει εργάτες στο θερισμό. Αυτό το πνευματικό έργο του Θεού το συνεχίζει δια μέσου των αιώνων η Εκκλησία και σ' αυτό το έργο καλείται να βοηθήσει και να εργαστεί κάθε χριστιανός. Εάν ο άνθρωπος αδρανήσει και αχρηστεύσει τα πνευματικά αυτά κεφάλαια, τότε είναι ένοχος και αναπολόγητος. Αυτό έπαθε ο τρίτος δούλος της σημερινής  παραβολής και αποδοκιμάστηκε από τον οικοδεσπότη.
Είναι κρίμα να χάσει κανείς τη βασιλεία του Θεού αχρηστεύοντας τα χαρίσματα που του έδωσε. Οι συνεπείς όμως εργάτες του καλού αγώνα, όταν απέλθουν από τον κόσμο αυτό θα έχουν δικαίωμα συμμετοχής στους αιώνιους πνευματικούς θησαυρούς του Θεού τους οποίους από τώρα έχει ετοιμάσει για τους πιστούς εργάτες Του. Δεν είναι δυνατό να περιγράψει κανείς το τι θα απολαμβάνουν οι άνθρωποι του Θεού στη Βασιλεία των Ουρανών.   Ο Απόστολος Παύλος γράφει σχετικά, « οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν». Την αλήθεια αυτή την πιστοποιεί ο Ίδιος ο Οικοδεσπότης λέγοντας προς τους φιλότιμους υπηρέτες της παραβολής,  «ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν τού κυρίου σου ».  Δε ζητάει ο Θεός πολλά από τον άνθρωπο.  Άλλωστε τι έχει ο άνθρωπος δικό του για να το δώσει στο Θεό παρά μόνο τις αμαρτίες του; Ο Ψαλμωδός διερωτάται και λέει,  « Τι ανταποδώσομεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν»; Ο Θεός ζητάει από τους ανθρώπους να κάνουν υπακοή στον Υιόν Του που είναι ο Σωτήρας τους. Αυτό λένε τα λόγια Του που ακούστηκαν από τον ουρανό, «Ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα· αυτού ακούετε ». Αμήν.
 
 http://nefthalim.blogspot.gr/2013/02/14-30.html

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ο Νομικός




To σημερινό ευαγγέλιο αναφέρεται στην δοκιμασία του Κυρίου από έναν ιουδαίο νομοδιδάσκαλο. Πλησιάζει τον Κύριο για να Τον πειράξει και να τον εκθέσει ενώπιον του λαού, θέτοντας του μία ερώτηση σχολής: "Ποιά είναι η μεγαλύτερη εντολή στον Νόμο". Αξίζει να σημειωθεί πώς το σκηνικό τοποθετείται στον Ναό των Ιεροσολύμων, στο κέντρο της ιουδαϊκής λατρείας και της διδαχής του Νόμου, της έκφρασης δηλαδή όλης της ιουδαϊκής θρησκευτικότητας. Οι ιουδαίοι διδάσκαλοι λογομαχούσαν γύρω από αυτή την περίφημη ερώτηση, με τον πιό σχολαστικό και νομικίστικο τρόπο. Μείζων εντολή για τους μεν ήταν οι τελετουργικοί καθαρμοί της φαρισαΐκής παράδοσης των πρεσβυτέρων, βαπτίσματα και καθαρμοί ξεστών και σκευών, ανάκλιντρων και αγγείων. Για τους δε, μείζων εντολή ήταν αυτή πού υπέβαλαν τα συμφέροντα της ιερατικής τάξης των Σαδδουκαίων: θυσίες στον Ναό και εξάρτηση από την λατρευτική ζωή και για άλλους άλλα, τυπικα, σκιώδη και ανούσια. αποδεκατώσεις ηδυόσμων και έρεις νομικές.

Ο Κύριος όμως θέτει την ορθή λατρεία και θρησκευτικότητα, την ορθή πολιτεία και ευλάβεια στο πνεύμα του Νόμου, πού ήρθε να πληρώσει ο ίδιος: Μείζων εντολή η αφοσίωση και αγάπη στον Θεό και δευτέρα ομοία, ομοούσια αυτής, η αγάπη προς τον πλησίον. Ενώπιον αυτής της αλήθειας, πού δόθηκε με αυθεντικό τρόπο και εξουσία Νομοθέτου , ο νομικός εσιώπησε και εφιμώθη. Η συνέχεια δεν αναφέρεται στην περικοπή, αλλά είναι γνωστή από τα ευαγγέλια.Ο Κύριος καυτηρίασε με τα "ουαί" την υποκρισία και την στείρα θρησκευτικότητα των Φαρισαίων και Γραμματέων και κατα μόνας, προφήτευσε στους μαθητές Του την συντέλεια του κόσμου, πού έπεται της καταστροφής του ιουδαϊκού Ναού και της ιερής πόλης των Ιεροσολύμων.Επίσης, σε λίγο ο Κύριος θα πληρώσει την αγάπη διά της θυσίας και της Ανάστασης Του, έμπρακτα και ζωντανά.

Ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας είχε προφητέψει και πεί πώς "ο λαός τούτος χείλεσι" με τιμάει και οι μεγάλοι προφήτες μίλησαν για έναν Νόμο πού θα εντυπωθεί όχι στην πέτρα, αλλά στην καρδιά του κάθε πιστού, Νόμο αγάπης και χάριτος, πού θα έφερνε με τον ερχομό του ο Μεσσίας. "Ιδού τα πάντα ποιώ καινά", είπεν ο Κύριος. Στην Εκκλησία έρχεται ο Νόμος της Αγάπης, η ανακαίνιση. Καταργείται και νεκρώνεται η επιφανειακή θρησκευτικότητα, πού οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και δεν έχει καμία σχέση με την ορθή λατρεία του Θεού. Η ανακαίνιση του κόσμου, έχει αντίκτυπο και στην ορθή λατρεία. Αφού στην Εκκλησία τα πάντα είναι καινά, δεν μπορεί να μετασχηματίζεται ούτε με την στείρα τυπολατρεία, ούτε με μεταρρυθμιστικούς προοδευτισμούς, γιατί η αυθεντικότητα στέκεται και υπάρχει από μόνη της.

Ο χριστιανός πολιτεύεται και λατρεύει εν αγάπη. "Έλεον θέλω και ου θυσίαν", φωνάζει ο Κύριος. Η αγάπη ουσιοποιεί κάθε πράξη λατρευτική και την πολιτεία των αγίων. Ουδέ το δώρον προς τον Ναό γίνεται αποδεκτό, εάν ο άνθρωπος δεν είναι τακτοποιημένος με τον πλησίον του, ουδέ η ψαλμωδία, ουδέ η τήρηση των εντολών είναι αρεστή, ουδέ αυτή η αφιέρωση στην ασκητική ζωή και πολιτεία, με νηστείες, αγρυπνιες και γονυκλισίες ή πράξεις ευλαβείας. Και πολύ περισσότερο δεν δύναται να λατρεύσει ο χριστιανός αν δεν είναι Αφιερωμένος, άγιος και εκλεγμένος, δηλαδή εξ ολοκλήρου, αφοσιωμένος, διανοία και πνεύματι και σώματι στον Νυμφίο της ψυχής του Χριστό.Τα πάντα ουσιοποιεί η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον.

Η εορτή της Υπαπαντης είναι η εορτή της Αφιέρωσης, η πλήρωση του Νόμου δια της εσαρκωμένης Αγάπης. Ο χριστιανός φέρει ανεξίτηλη την αφιέρωση στον Χριστό ,διά των μυστηρίων του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. Αυτή η αφιέρωση και αυτό το όνομα είναι ένα διαρκές διεκδικούμενο στο καθ'ημέραν διά της αγάπης, πού όλα τα ουσιοποιεί, τα συντηρεί και ανακαινίζει. Ας μην νεκρώσουμε το πνεύμα ποτέ. Ας δίνουμε στο γράμμα και την πράξη ζωντανή ουσία. Ο Νόμος του Θεού είναι ζωή και βίωμα και όχι νεκρός τύπος και συνήθεια. Ο Κύριος της Αγάπης να χαριτώνει την πορεία μας.

1-2-2013

π. Παντ. Κρούσκος

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Εις την Υπαπαντήν




Εν πνεύματι τώ ιερώ παραστάς ο Πρεσβύτης, αγκάλαις υπεδέξατο, τόν τού νόμου Δεσπότην, κραυγάζων. Νύν τού δεσμού με, τής σαρκός απόλυσον, ως είρηκας εν ειρήνη, είδον γάρ τοίς οφθαλμοίς, αποκάλυψιν εθνών, καί Iσραήλ σωτηρίαν.

(Εξαποστειλάριον της εορτής)


Η Υπαπαντή είναι μια εορτή χαράς καλλωπισμένη με την αίσθηση της λύτρωσης και της αποκάλυψης. Έχει δε και τον χαρακτήρα μιας νέας θεοφάνειας , κάτι από το χρώμα των παρελθουσών εορτών της Γέννησης και των Επιφανείων αφού μάλιστα εξαρτάται εορτολογικά απ'αυτές.

Ο Κύριος προσφέρεται σαν τεσσαρακονθήμερον βρέφος στο ναό της δόξης Του. Σε ένα χώρο δηλ. που κατά μυστικό τρόπο οικοδομήθηκε για Αυτόν πριν από αιώνες και αφιερώθηκε στη δική του λατρεία. Θαυμαστό αυτό το μυστήριο αφού σαν νήπιο ταπεινό υπόκειται στις διατάξεις ενός Νόμου και μετέχει , ως πρωτότοκος της παρθένου της Ναζαρέτ, στην εορτή των "καθαρσίων", Αυτός ο ίδιος Νομοδότης και υποκείμενος από φιλανθρωπία στον Νόμο.

Η θυσία των δύο νεοσσών, τρυγόνας και περιστεριού, μοιάζει τυπικά ξεπερασμένη μπροστά στο μυστήριο του Πρωτοτόκου θύματος. Αυτού που θα δοθεί αυτόθελα στην μεγάλη θυσία του Σταυρού και ως πρωτότοκος των νεκρών θα χαρίσει την Ανάσταση. Δηλώνει δε την κυριότητα του Βρέφους πάνω στους δύο κόσμους που απεκαλύφθη ως Θεός , πρώτον δια σκιάς και αινιγμάτων, ύστερα δε σαρκωμένος: τον κόσμο της Παλαιάς και τον κόσμο της Νέας Διαθήκης.

Τον συνοδεύουν εκεί η "άμωμη Λεχώ" ,το όργανο της θεϊκής οικονομίας που συνδέεται άμεσα ως τιμώμενο πρόσωπο με την εορτή αφού κυρίως αν και δεσποτική έχει θεομητορικό χαρακτήρα. "Ακατάληπτον εστί το τελούμενον εν σοι" ψάλλει γλυκά ο υμνωδός στην Θεοτόκο Μαρία. Μέσα από το μυστήριο της άσπιλης γέννησης αποκαλύπτεται το φρικτό μυστήριο της καθιέρωσης της Αμώμου Μητέρας σε ναό ζωντανό του Αχωρήτου. Ποιά νομικά καθάρσια κοινωνεί η ίδια και ο θεάνθρωπος Γιος της εκτός από αυτά που η οικονομία του Θεού θέλησε για την δική μας σωτηρία; Μαζί με τον Χριστό χειραγωγούμαστε από την Ποιμαίνιδα Παναγία στον ναό του Θεού , όπου συναντάμε το μυστήριον του Θεανθρώπου, ελευθερωνόμαστε από τη νομική κατάρα και κοινωνούμε την Χάρη.

Μαζί της το βουβό αλλά όχι και ανενεργό στην ιστορία πρόσωπο, ο Ιωσήφ που προσφέρει την κατ'άνθρωπον νομική κάλυψη σε Μητέρα και Παιδί , μάρτυρας των μεγαλείων του Θεού και υπουργός των μυστηρίων Του.

Ένα άλλο πρόσωπο έρχεται λες από τα βάθη των αιώνων, την εποχή των προφητών και δικαίων να δώσει χρώμα προσωπικής αποκάλυψης και αλήθειας στην ιερή σκηνή. Είναι ο γέροντας Συμεών που πρόσμενε το Ποθούμενο των γενεών πασών, έχοντας την θεϊκή πληροφορία πως δεν θα γνωρίσει θάνατο πριν δει τον Χριστό Μεσσία. Με την είσοδο του Συμεών στο θαύμα της υπαπαντής ο ίδιος ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης, όλες οι προσδοκίες, οι επαγγελίες και οι προφητείες λαμβάνουν νόημα και αποκαλύπτονται στο φως. "Νυν απολύεις..." λέει ο μύστης και γίνεται μάρτυρας και κήρυκας της θεοφάνειας. Ο Συμεών ξεπερνάει σε τιμή και χάρη τον ίδιο τον Μωϋσή και τον Ησαία που είδαν τον Θεό σε οπτασία καθώς ηδύναντο άσαρκο και "κεκαλυμμένο". Μπορεί να καυχηθεί και αυτός σαν τον Πρόδρομο ότι υπάρχει μακαριότερος των προφητών γιατί στα χέρια του κράτησε την Ελπίδα με σάρκα και οστά. Σε αυτό συνηγορεί και η προφήτιδα Άννα , θυγατέρα του Φανουήλ ομολογώντας:" Τούτο το βρέφος τον ουρανό και την γη εστερέωσε".

Ο Χριστός ως αποκάλυψη στον κόσμο είναι για τον Συμεών "σημείον αντιλεγόμενον". Είναι κριτήριο αποκάλυψης πολλών λογισμών, διχοτομητής της ιστορίας και της θεώρησης της από τους κριτές αυτού του κόσμου. Είναι το μέσον ανάστασης ή πτώσης, φωτός και σκότους. Προσκαλεί και σώζει ή απορρίπτεται. Είναι σκάνδαλο ή δικαίωση. Οπωσδήποτε είναι κάποιος που θα πάθει, ο Αμνός του Θεού που άλλοι θα αγαπήσουν και άλλοι θα μισήσουν και τα δύο έως θανάτου. "Ρομφαία" θα διαπεράσει την καρδιά της Μητέρας Του, γιατί αυτό το "σημείον" που λέγεται Ιησούς Χριστός είναι δυσβάσταχτο για τον κόσμο που αγάπησε μάλλον το σκοτάδι παρά "το φως, το φωτίζον πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον".

Η σκηνή της Υπαπαντής είναι λουσμένη λοιπόν στο φως της προφητείας και της χαρμολύπης.
Ο Ιησούς παρευρισκόμενος στο Ναό των Ιουδαίων ως βρέφος είναι ήδη "σημείον αντιλεγόμενον" έστω και αν αυτή η αντιλογία έχει ως ζωντανούς εκφραστές της μόνον αυτούς που Τον αναγνωρίζουν. Και αυτοί είναι "πάντες οι προσδεχόμενοι λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ", αυτοί που οι ερμηνευτές ονομάζουν "λείμμα".

Οι άλλοι, οι αντικείμενοι και άσχετοι με την σιωπή και την αδιαφορία τους, οι υπηρέτες και οι προσκυνητές του Ναού είναι ήδη ξένοι αυτής της θεοφάνειας, γιατί αποσιωπώντας τις αντιδράσεις τους ο απόστολος Λουκάς θέλει έστω και σιωπηρά να μας πει πώς στα μεγάλα γεγονότα και στις μεγάλες αποκαλύψεις μάρτυρες γίνονται μόνον όσοι έχουν αγαθή την διάθεση και καθαρή την καρδιά.