«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Ομιλία εις την ΙΓ΄ Κυριακή του Λουκά






αρχιμ. Κοσμάς Λαμπρινού 

«Πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των Ουρανών!»
Χρήμα! Πλούτος! Γενικά η ιδιοκτησία είναι έννοιες που για τη κατάκτηση των οποίων πολύς αγώνας έγινε και γίνεται. Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιθυμεί το χρήμα γιατί του εξασφαλίζει ανέσεις και χαρές της ζωής αυτής. Όμως ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι σκλάβος του χρήματος όπως ο νέος τον οποίο μας παρουσιάζει σήμερα ο ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς.
Ο νέος του Ευαγγελίου πλησίασε το Χριστό και τον ρώτησε πως θα κληρονομούσε την αιώνια ζωή. Ασφαλώς το ερώτημα αυτό είναι πολύ ωραίο γιατί αν δεν είχε μέσα του το «μικρόβιο» της φιλαργυρίας θα τον οδηγούσε στον ουρανό. Ο νέος όμως όταν άκουσε το Χριστό ότι πρέπει να δώσει όλη την περιουσία του στους φτωχούς, να ακολουθήσει το Χριστό με όλες τις συνέπειες που είχε αυτή η ακολουθία (διωγμούς δηλ.) και κατόπιν να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, «περίλυπος γενόμενος», όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής, διότι είχε τεράστια περιουσία, έφυγε από το Χριστό και πήγε στα πλούτη του. Έτσι ο Χριστός είπε ότι είναι δύσκολο ανθρωπίνως να μπει πλούσιος στον Παράδεισο. Δεν είπε ότι είναι αδύνατο. Και οι πλούσιοι αν αποκοπούν από τα πλούτη τους θα γίνουν πολίτες της βασιλείας των ουρανών.
Έτσι γεννάται ένα ερώτημα. Μήπως το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία του Χριστού είναι αντίθετη στον πλούτο και την ιδιοκτησία του ανθρώπου; Κάθε άλλο. Όπως βλέπουμε στην Παλαιά Διαθήκη, αρχικά, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων ο Θεός είπε στους πρωτοπλάστους να κατακυριεύουν (της γης), που σημαίνει ότι θα εργάζονται σ’ αυτήν και θα παίρνουν αμοιβή για τον κόπο τους. Ακόμα, πολύ καλύτερα, στην Καινή Διαθήκη, τώρα, και στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζουμε ότι ο Θεός μακαρίζει αυτούς που δίδουν ελεημοσύνη. «Μακάριον εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν» (Πράξ. 20,35).
Για να δώσει όμως κάποιος σημαίνει ότι έχει. Για παράδειγμα οι άγιες Μυροφόρες που ήταν ευκατάστατες γυναίκες «διηκόνουν Αυτώ (τω Χριστώ) από των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8,3). Βοηθούσαν οι μυροφόρες από την περιουσία τους. Αλλά δυστυχώς ενώ αυτές έκαναν καλή διαχείριση του πλούτου που είχαν, ένας «μαθητής», που ήταν μάλιστα και ταμίας στην ομάδα των 12 Μαθητών του Χριστού όχι μόνο δεν βοηθούσε αλλά και έκλεβε από το ταμείο.
Ο Χριστός όμως ενώ το ίδιο το χρήμα δεν το καταδικάζει αυτό καθ’ εαυτό, για τους πλουσίους ομιλεί με τα πιο σκληρά λόγια. «Ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών» (Λουκ. 6,24), τους λέει. Όχι γιατί ο πλούτος είναι από μόνος του κακός, αλλά γιατί οι πλούσιοι εύκολα γίνονται δούλοι του χρήματος και ξεχνούν το Θεό.
Μη νομίζετε όμως ότι και η πτωχεία από μόνη της σώζει τον άνθρωπο, παρ’ όλο που ο Χριστός μακαρίζει τους πτωχούς με τα λόγια «μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Λουκ. 6,20). Και ο πτωχός αν δεν είναι ενωμένος με τη πίστη του Χριστού δεν μπορεί να σωθεί. Απλά έχει περισσότερες πιθανότητες σωτηρίας γιατί δεν θα είναι δεσμευμένος με τα βιωτικά αγαθά.
Σε τελευταία ανάλυση τόσο ο πλούτος όσο και η πτωχεία αν χρησιμοποιηθούν σωστά από τον άνθρωπο θα τον ωδηγήσουν στη βασιλεία των ουρανών. Άρα η Εκκλησία δεν απορρίπτει την ιδιοκτησία αλλά επισημαίνει τους κινδύνους που έχει ο πλούτος για την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Του λέει δηλ. ότι ο πλούτος κάνει τον άνθρωπο δούλο του χρήματος. Κι ενώ αυτός (ο πλούσιος) είναι κύριος, στην ουσία είναι δούλος του μαμμωνά. Κι ενώ ο χριστιανός πλούσιος πρέπει να είναι δούλος του Χριστού, στην ουσία είναι δούλος του χρήματος. Επίσης του επισημαίνει η Εκκλησία ότι το χρήμα μπορεί να τον βάλει σε μεγάλες περιπέτειες πνευματικού περιεχομένου. Μπορεί να τον ρίξει δηλ. στην αμαρτία. Γιατί το χρήμα είναι σαν το νερό. Όταν είναι ήρεμο δροσίζει και ζωογονεί τον άνθρωπο, όταν όμως είναι ορμητικό πνίγει και καταστρέφει ό,τι βλέπει στο δρόμο του. Έτσι και το χρήμα όταν διαχειρίζεται σωστά από τον άνθρωπο τον δροσίζει πνευματικά ενώ όταν κατακυριεύεται απ’ αυτό τον ρίχνει στην αδικία και στην αμαρτία.
Γιατί οι κυνηγοί του χρήματος εύκολα αδικούν τον πλησίον τους, εύκολα φοροδιαφεύγουν ή αμαρτάνουν ποικιλώνυμα τυφλωμένοι από τη λάμψη του χρυσού. Γι’ αυτό και ο Κύριος κάνει την μελαγχολική διαπίστωση «πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλεία του Θεού!». Δεν λέει ότι είναι αδύνατον να σωθούν και οι πλούσιοι αλλά ότι είναι πολύ δύσκολο, όσο δύσκολο είναι μια καμήλα να χωρέσει από τρύπα βελόνας.
Κι όμως ο Χριστός δεν αρνείται στους πλουσίους τη βασιλεία Του. Αρκεί κι αυτοί να χρησιμοποιούν το χρήμα όπως θέλει ο Χριστός. Και ο Χριστός αρχικά θέλει να μην κερδίζουμε περιουσίες με αθέμιτα μέσα αλλά με τον τίμιο ιδρώτα μας. Όχι κλέβοντας και αδικώντας τους συνανθρώπους μας, ούτε αδικώντας τον εργοδότη μας ή και τον εργάτη μας. Και δεύτερον χρησιμοποιώντας την περιουσία μας για το καλό των συνανθρώπων μας. Υπάρχουν πλούσιοι που θα μπορούσαν να θρέψουν ολόκληρους λαούς με τις περιουσίες τους και δεν το κάνουν. Αν το έκαναν αυτό η ελεημοσύνη τους αυτή θα τους έβαζε κατά το λόγο του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην βασιλεία του Θεού.
Στην κατοχή, και στην πόλη της Κοζάνης το 1942-43 ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, αρχιμανδρίτης εκείνα τα χρόνια, έλεγε από άμβωνος ότι οι πλούσιοι που κρύβουν στα χρηματοκιβώτιά τους τις περιουσίες τους και δεν τις δίνουν για να σωθούν άνθρωποι που πέθαιναν τα χρόνια εκείνα από τη πείνα ήταν εγκληματίες. Μην νομίζετε όμως ότι μόνο τότε υπήρχε φτώχεια. Και σήμερα υπάρχει. Ίσως όχι σε τέτοια κατάσταση αλλά υπάρχει και πρέπει οι πλούσιοι της εποχής μας να βοηθούν τους ενδεείς ανθρώπους της εποχής μας. Να βοηθούν όσους έχουν ανάγκη βοηθείας γιατί τούτο θα αποτελέσει και ως ευχαριστία προς το Θεό που τους χάρισε την περιουσία.
Ο Θεός δεν έδωσε την περιουσία στον πλούσιο-στον κάθε πλούσιο- για να την κακοδιαχειρίζεται αλλά για να συντηρεί τις ανάγκες των συνανθρώπων του. Αδελφοί μου! Ο νέος του Ευαγγελίου δεν άκουσε τη σύσταση του Χριστού, δεν έβγαλε από μέσα του το σαράκι της φιλαργυρίας και έτσι έχασε την ευκαιρία να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Εμείς που ακούμε το Χριστό τι κάνουμε; Δίνουμε τα φθαρτά, που είναι τα χρήματα, για να αποκομίσουμε τα άφθαρτα της βασιλείας των Ουρανών; Δίνουμε τα παροδικά για να κερδίσουμε τα αιώνια; Κάνουμε σωστή χρήση του χρήματος; Αν ναι, σίγουρα θα κληρονομήσουμε αυτό που ποθεί κάθε ανθρώπινη ψυχή. Την αιώνια ζωή. Αμήν.
 
Άρθρο Αναγνώστη: αρχιμ. Κοσμάς Λαμπρινός


ενοριακά

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου»



Ἐὰν τὸ δένδρο ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸν καρπό, καὶ τὸ καλὸ δένδρο παράγει ἐπίσης καλὸν καρπὸ (Ματθ. 7, 16. Λουκ. 6, 44), ἡ μητέρα τῆς αὐτοαγαθότητος, ἡ γεννήτρια τῆς ἀΐδιας καλλονῆς, πῶς δὲν θὰ ὑπερεῖχε ἀσυγκρίτως κατὰ τὴν καλοκαγαθία ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ ἐγκόσμιο καὶ ὑπερκόσμιο; Διότι ἡ δύναμις ποὺ ἐκαλλιέργησε τὰ πάντα, ἡ συναΐδια καὶ ἀπαράλλακτη εἰκὼν τῆς ἀγαθότητος, ὁ προαιώνιος καὶ ὑπερούσιος καὶ ὑπεράγαθος Λόγος, ἀπὸ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία κι᾽ εὐσπλαγχνία γιὰ χάρι μας ἠθέλησε νὰ περιβληθῇ τὴν ἰδική μας εἰκόνα, γιὰ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φύσι ποὺ εἶχε συρθῇ κάτω στοὺς μυχοὺς τοῦ ἅδη καὶ νὰ τὴν ἀνακαινίσῃ, διότι εἶχε παλαιωθῆ, καὶ νὰ τὴν ἀναβιβάσῃ πρὸς τὸ ὑπερουράνιο ὕψος τῆς βασιλείας καὶ θεότητός του. Γιὰ νὰ ἑνωθῇ λοιπὸν μὲ αὐτὴν καθ᾽ ὑπόσταση, ἐπειδὴ ἐχρειαζόταν σαρκικὸ πρόσλημα καὶ σάρκα νέα συγχρόνως καὶ ἰδική μας, ὥστε νὰ μᾶς ἀνανεώσῃ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἐπὶ πλέον δὲ ἐχρειαζόταν καὶ κυοφορία καὶ γέννα σὰν τὴ δική μας, τροφὴ μετὰ τὴ γέννα καὶ κατάλληλη ἀγωγή, γινόμενος πρὸς χάριν μας καθ᾽ ὅλα σὰν ἐμᾶς, εὑρίσκει γιὰ ὅλα πρέπουσα ὑπηρέτρια καὶ χορηγὸ ἀμόλυντης φύσεως ἀπὸ τὸν ἑαυτό της αὐτὴν τὴν ἀειπάρθενη, ἡ ὁποία ὑμνεῖται ἀπὸ μᾶς καὶ τῆς ὁποίας σήμερα ἑορτάζομε τὴν παράδοξη εἴσοδο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Διότι αὐτὴν προορίζει πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία καὶ ἀποκατάσταση τοῦ γένους, καὶ τὴν ἐκλέγει ἀνάμεσα ἀπὸ ὅλους, ὄχι ἁπλῶς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ τοὺς ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ἐκλεγμένους καὶ θαυμαστοὺς καὶ περιβοήτους γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ σύνεσι, καθὼς καὶ γιὰ τὰ κοινωφελῆ καὶ θεοφιλῆ συγχρόνως ἤθη καὶ λόγια καὶ ἔργα.
2. Διότι στὴν ἀρχὴ ἐσηκώθηκε ἐναντίον μας ὁ νοητὸς καὶ ἀρχέκακος ὄφις καὶ μᾶς κατέῤῥιψε στὰ βάραθρα τοῦ ἅδη. Κι᾽ ὑπάρχουν πολλοὶ λόγοι, γιὰ τοὺς ὁποίους ἐσηκώθηκε ἐναντίον μας καὶ ὑπεδούλωσε τὴ φύσι μας· φθόνος καὶ ζηλοτυπία καὶ μῖσος, ἀδικία καὶ δόλος καὶ σοφιστεία, καὶ μαζὶ μὲ τὰ τέτοια, ἡ θανατηφόρος δύναμις ποὺ ἔχει μέσα του, τὴν ὁποία πρῶτος ἐγέννησε καὶ μόνος του, ἀφοῦ πρῶτος αὐτὸς ἀποστάτησε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Πραγματικὰ στὴν ἀρχὴ ἐφθόνησε τὸν Ἀδάμ, ὅταν τὸν εἶδε νὰ ζῇ στὸν τόπο τῆς ἄφθαρτης τρυφῆς καὶ νὰ περιλάμπεται μὲ θεοειδῆ δόξα καὶ νὰ ὁδηγῆται ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ ὅπου αὐτὸς ἀπεῤῥίφθηκε δικαίως καὶ ἀπὸ φθόνο ἐξεμάνη ἐναντίον του μὲ τὴ χειρότερη μανία, ὥστε νὰ θελήσῃ καὶ νὰ τὸν θανατώσῃ ἀκόμη. Ὁ φθόνος εἶναι πατέρας ὄχι τοῦ μίσους μόνο ἀλλὰ καὶ τοῦ φόνου, τὸν ὁποῖο ἐπέφερε σ᾽ ἐμᾶς ἀναμιγνύοντάς τον μὲ δόλο ὁ δολερὸς καὶ ἀληθινὰ μισάνθρωπος ὄφις. Διότι καταλήφθηκε ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὴν τυραννία σὲ βάρος του ἐντελῶς ἄδικα, γιὰ καταστροφὴ τοῦ πλασθέντος κατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι Θεοῦ· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ πρόσωπο, ἐχρησιμοποίησε τὸν δόλο καὶ τὴν πονηρία. Ἀφοῦ ἐπλησίασε διὰ τοῦ αἰσθητοῦ ὄφεως ὡς φίλος καὶ καλὸς σύμβουλος ὁ φοβερὸς καὶ πραγματικὰ ἐχθρὸς καὶ ἐπίβουλος, κατορθώνει, φεῦ!, κρυφὰ νὰ ἐπιτύχῃ καὶ μὲ τὴ ἀντίθεη συμβουλὴ χύνει σὰν δηλητήριο στὸ ἄνθρωπο τὴν θανατηφόρα δύναμί του.
3. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Ἀδάμ, κρατώντας δυνατὰ τότε τὴν θεία ἐντολή, ἀπέῤῥιπτε τὴν ἐχθρικὴ πονηρὰ συμβουλή, θὰ ἐφαινόταν νικητὴς κατὰ τοῦ ἀντιπάλου καὶ ἀνώτερος τῆς θανατηφόρας φθορᾶς, καταντροπιάζοντας τὸν μανιακὸ καὶ δόλιο προσβολέα. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος ὑποκύπτοντας ἑκούσιως, ποὺ δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ τὸ κάμῃ, ἐνικήθηκε καὶ ἀχρειώθηκε, κι᾽ ἔτσι, ἀφοῦ ἦταν ῥίζα τοῦ γένους, μᾶς ἀνέδειξε καταλλήλους θνητοὺς βλαστούς, ἐχρειαζόταν ὁπωσδήποτε, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀνταποδώσωμε τὴν ἧττα, νὰ κερδίσωμε τὴ νίκη, ν᾽ ἀποῤῥίψωμε μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα τὸ θανατηφόρο δηλητήριο καὶ ν᾽ ἀπολαύσωμε ζωή, καὶ μάλιστα ζωὴ αἰώνια καὶ ἀπαθῆ. Ἐχρειαζόταν λοιπὸν τὸ γένος μας νέα ῥίζα, δηλαδὴ νέο Ἀδάμ, ὄχι μόνο ἀναμάρτητο, ἀλλὰ κι᾽ ἐντελῶς ἀνεξαπάτητο καὶ ἀήττητο, ποὺ ἐπὶ πλέον μπορεῖ καὶ νὰ συγχωρῇ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ καθιστᾶ ἀθώους τοὺς ἐνόχους, ποὺ ὄχι μόνο ζῆ ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ, ὥστε νὰ μεταδίδῃ ζωὴ καὶ ἄφεσι ἁμαρτιῶν καὶ στοὺς προσκολλωμένους σ᾽ αὐτὸν καὶ συγγενεῖς κατὰ τὸ γένος, ἀναζωογονώντας ὄχι μόνο τοὺς μεταγενεστέρους, ἀλλὰ καὶ τοὺς πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ἀποθανόντας.
4. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Παῦλος, ἡ μεγάλη σάλπιγγα τοῦ Πνεύματος, βοᾷ λέγοντας, «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς ζωντανὴ ψυχή, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς πνεῦμα ζωοποιὸ» (Α´ Κορ. 15, 45). Ἀναμάρτητος δὲ καὶ ζωοποιὸς καὶ ἱκανὸς νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες δὲν εἶναι κανεὶς πλὴν τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὁ νέος Ἀδὰμ ἦταν ἀναγκαῖο νὰ εἶναι ὄχι μόνο ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός, νὰ εἶναι κυριολεκτικῶς ζωὴ καὶ σοφία, δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη, εὐσπλαγχνία καὶ κάθε ἄλλο ἀγαθό, ὥστε νὰ διενεργήσῃ τὴν ἀνακαίνισι καὶ ἀναζώωσι τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ μὲ ἔλεος καὶ σοφία καὶ δικαιοσύνη. Ὁ νοητὸς καὶ ἀρχέκακος ὄφις, χρησιμοποιώντας τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ προεκάλεσε σ᾽ ἐμᾶς τὴν παλαίωσι καὶ τὴ νέκρωσι.
5. Ὅπως λοιπὸν στὴν ἀρχὴ ὁ ἀνθρωποκτόνος ἀπὸ φθόνο καὶ μῖσος ξεσηκώθηκε ἐναντίον μας, ἔτσι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς ἐκινήθηκε ὑπὲρ ἡμῶν ἀπὸ ὑπερβολὴ φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθότητος. Διότι ἀγάπησε δικαίως τὴ σωτηρία τοῦ πλάσματός του, ποὺ ἦταν νὰ τὸ φέρῃ πάλι στὴν ἐξουσία καὶ νὰ τὸ ξανασώσῃ, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ἀρχέκακος ἀδίκως ἀγάπησε τὴν ἀπώλεια τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν νὰ τὸ ὑποτάξῃ στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τοῦ ἐπιβάλλεται τυραννικῶς. Ὅπως δὲ αὐτὸς διέπραξε τὴ νίκη του καὶ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου μὲ ἀδικία καὶ δόλο, μὲ ἀπάτη καὶ σοφιστεία, ἔτσι ὁ ἐλευθερωτὴς μὲ δικαιοσύνη καὶ σοφία καὶ ἀλήθεια ἐπραγματοποίησε τὴν τελικὴ ἧττα τοῦ ἀρχεκάκου καὶ τὴν ἀνακαίνισι τοῦ πλάσματός του. Ἀλλὰ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος περὶ τῆς σοφίας ποὺ ὑπάρχει σ᾽ αὐτὴν τὴ θεία οἰκονομία δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ.
6. Ἦταν δὲ θέμα ἀκριβοῦς δικαιοσύνης καὶ ἡ ἴδια ἡ ἡττηθεῖσα καὶ ὑποδουλωθεῖσα ἑκουσίως φύσις νὰ ξαναπαλαίσῃ γιὰ τὴ νίκη καὶ ν᾽ ἀπωθήσῃ τὴ δουλεία ἑκουσίως. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς εὐδόκησε ν᾽ ἀναλάβῃ ἀπὸ ἐμᾶς τὴ φύσι μας ἑνούμενος μὲ αὐτὴν παραδόξως καθ᾽ ὑπόστασι. Ἦταν δὲ ἀδύνατο ἡ ὑψίστη ἐκείνη καὶ ὑπεράνω τοῦ νοῦ καθαρότης νὰ ἑνωθῇ μὲ μολυσμένη φύσι διότι ἕνα μόνο πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατο στὸν Θεὸ τὸ νὰ συνέλθῃ σὲ ἕνωσι μὲ ἀκάθαρτο, πρὶν τοῦτο καθαρισθῇ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐχρειαζόταν κατ᾽ ἀνάγκη μιὰ τελείως ἀμόλυντη καὶ καθαρωτάτη παρθένος γιὰ κυοφορία καὶ γέννησι ἐκείνου ποὺ εἶναι καὶ ἐραστής της καὶ δοτὴρ τῆς καθαρότητος ἡ ὁποία καὶ προωρίσθηκε καὶ ἀποτελέσθηκε κι᾽ ἐφανερώθηκε, καὶ τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὴν μυστήριο ἐτελέσθηκε, μὲ πολλὰ παράδοξα γεγονότα ποὺ κατὰ καιροὺς συνῆλθαν σὲ ἕνα.
7. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ γεγονότα ποὺ συνετέλεσαν σ᾽ αὐτὸ ἑορτάζονται ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἀντιληφθήκαμε κυρίως τὸ μεγαλεῖο τῶν γεγονότων ποὺ ὡδήγησαν πρὸς τὸ τόσο μεγάλο τέλος. Διότι αὐτὸς ποὺ εἶναι ἐκ Θεοῦ καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεός, καὶ Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ ὑψίστου Πατρός, συνάναρχος καὶ συναΐδιος, γίνεται υἱὸς ἀνθρώπου, αὐτῆς τῆς Ἀειπάρθενης. «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος, καθὼς καὶ στοὺς αἰῶνες» (Ἑβρ. 13, 8), ἄτρεπτος κατὰ τὴν θεότητα, ἄμεμπτος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. «Αὐτὸς μόνος», ὅπως ἤδη προεμαρτύρησε ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 53, 9), «δὲν διέπραξε ἁμαρτία καὶ δὲν εὑρέθηκε δόλος στὸ στόμα του». Καὶ ὄχι μόνο τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς μόνος δὲν συνελήφθηκε μὲ ἀνομίες, οὔτε ἐγεννήθηκε μὲ ἁμαρτίες, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Δαβὶδ στοὺς ψαλμοὺς γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο ὥστε νὰ εἶναι καὶ κατὰ τὸ πρόσλημμα τελείως καθαρὸς καὶ ἀμόλυντος καὶ νὰ μὴ χρειάζεται οὔτε κατ᾽ αὐτὸ καθάρσια μέσα γιὰ τὸν ἑαυτό του· γιὰ νὰ εἶναι ἔτσι δυνατό, διαβιβάζοντας σ᾽ ἐμᾶς γιὰ χάρι μας δικαίως μαζὶ καὶ πανσόφως τόσο τὴν κάθαρσι ὅσο καὶ τὸ πάθος, νὰ δεχθῇ καὶ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασι. Πραγματικὰ ἡ κατὰ τὴν σάρκα ὁρμὴ πρὸς γένεσι, ποὺ εἶναι ἀκουσία καὶ ἀπειθὴς στὸν νόμο τοῦ νοός, ἂν καὶ ἀπὸ μερικοὺς δουλαγωγεῖται βιαίως, ἀπὸ μερικοὺς δὲ σωφρόνως ἀφήνεται μόνο γιὰ παιδοποιΐα, πάντως φέρει τὰ σύμβολα τῆς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καταδίκης, καθὼς εἶναι καὶ λέγεται φθορὰ καὶ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν φθορὰ γεννᾶ, καὶ εἶναι ἐμπαθὴς κίνησις τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἐκράτησε τὴν τιμή, τὴν ὁποία ἡ φύσις μας ἐπῆρε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὡμοιώθηκε μὲ τὰ κτήνη.
8. Γι᾽ αὐτὸ ὄχι μόνο ἦλθε ὁ Θεὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ ἦλθε ἀπὸ παρθένο ἁγνὴ καὶ ἁγία, μᾶλλον δὲ πανυπέραγνη καὶ ὑπεραγία, ἀφοῦ εἶναι παρθένος ὄχι μόνο ὑπερτέρα μολυσμοῦ σαρκός, ἀλλὰ καὶ ἀνωτέρα ἀπὸ μολυσμένους σαρκικοὺς λογισμούς. Τὴν σύλληψί της ἐπέφερε ἐπέλευσι παναγίου Πνεύματος, ὄχι ὀρέξεως σαρκός, προεκάλεσε εὐαγγελισμὸς καὶ πίστις στὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ ποὺ νικᾶ κάθε λόγο ὡς ἐξαίσια καὶ ὑπὲρ λόγο, ἀλλὰ δὲν προέλαβε συγκατάθεσις καὶ πεῖρα ἐμπαθοῦς. Διότι συνέλαβε κι᾽ ἐγέννησε, ἐνῶ εἶχε ἐντελῶς ἀπομακρυσμένη τέτοια ἐπιθυμία μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ θυμηδία (διότι εἶπε ἡ παρθένος πρὸς τὸν εὐαγγελιστὴ ἄγγελο, «ἰδοὺ ἡ δούλη τοῦ Κυρίου ἂς γίνῃ σ᾽ ἐμένα σύμφωνα μὲ τὰ λόγια σου» (Λουκ. 1, 38). Γιὰ νὰ εὑρεθῇ λοιπὸν παρθένος ἱκανὴ γι᾽ αὐτό, ὁ Θεὸς προορίζει πρὸ αἰώνων καὶ ἐκλέγει ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεγμένους ἀπὸ αἰῶνες αὐτὴν τὴν ὑμνουμένη τώρα ἀπὸ ἐμᾶς ἀειπάρθενη κόρη.
9. Καὶ βλέπετε ἀπὸ ποῦ ἄρχισε ἡ ἐκλογή. Ἀνάμεσα στὰ παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ θαυμάσιος Σήθ, ποὺ μὲ τὴν εὐκοσμία τῶν ἠθῶν, τὴν εὐταξία τῶν αἰσθήσεων καὶ τὴν εὐπρέπεια τῶν ἀρετῶν ἐδείκνυε τὸν ἑαυτό του ἔμψυχο οὐρανὸ κι᾽ ἐπέτυχε γι᾽ αὐτὸ τὴν ἐκλογή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπρόκειτο νὰ βλαστήσῃ αὐτὴ ἡ παρθένος ὡς θεοπρεπὲς ὄχημα τοῦ ὑπερουρανίου Θεοῦ καὶ ν᾽ ἀνακαλέσῃ τοὺς ἀνθρώπους πρὸς οὐράνια υἱοθεσία.
10. Γι᾽ αὐτὸ ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ Σὴθ (Γεν. 4, 26) ὠνομάζονταν υἱοὶ Θεοῦ, διότι ἀπὸ αὐτὴν τὴν γενεὰ ἐπρόκειτο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ γίνῃ υἱὸς ἀνθρώπου, ἐφ᾽ ὅσον ἄλλωστε καὶ ὁ Σὴθ γλωσσικῶς σημαίνει ἀνάστασις, μᾶλλον δὲ ἐξανάστασις, ἡ ὁποία εἶναι κυρίως ὁ Κύριος ποὺ ἐπαγγέλεται καὶ χαρίζει ἀθάνατη ζωὴ στοὺς πιστεύοντας σ᾽ αὐτόν. Καὶ πόσο ταιριαστὸς εἶναι ὁ τύπος! «Ὁ μὲν Σὴθ ἔγινε γιὰ τὴν Εὔα, ὅπως λέγει αὐτή, στὴ θέσι τοῦ Ἄβελ», τὸν ὁποῖο ἐφόνευσε ἀπὸ φθόνο ὁ Κάϊν (Γεν. 4, 25)· ὁ δὲ τόκος τῆς παρθένου Χριστὸς ἔγινε στὴ φύσι ἀντὶ γιὰ τὸν Ἀδάμ, τὸν ὁποῖο ἐθανάτωσε ἀπὸ φθόνο ὁ ἀρχηγὸς καὶ προστάτης τῆς κακίας. Ἀλλὰ ὁ μὲν Σὴθ δὲν ἀνέστησε τὸν Ἄβελ, ἀφοῦ ἦταν ἁπλῶς τύπος τῆς ἀναστάσεως· ὁ δὲ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀνέστησε τὸν Ἀδάμ, διότι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀληθινὴ τῶν ἀνθρώπων ζωὴ καὶ ἀνάστασις, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σὴθ ἀξιώθηκαν τὴν θεία υἱοθεσία κατὰ τὴν ἐλπίδα τους, ὀνομαζόμενοι υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Ὅτι δὲ ὠνομάζονταν υἱοὶ τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐλπίδος εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸν πρῶτο ὀνομασθέντα ποὺ διαδέχθηκε τὴν ἐκλογή. Ἦταν δὲ αὐτὸς ὁ Ἐνὼς τοῦ Σήθ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ γεγραμμένο ἀπὸ τὸν Μωυσῆ «πρῶτος ἤλπισε νὰ καλῆται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ» (Γεν. 4, 26). Βλέπετε σαφῶς ὅτι ἐπέτυχε τὸ θεῖο ὄνομα σύμφωνα μὲ τὴν ἐλπίδα;
11. Ἀφοῦ λοιπὸν ἄρχισε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ ἡ ἐκλογὴ γι᾽ αὐτὴν ποὺ κατὰ τὴν πρόγνωσί του θὰ ἐγινόταν μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπετελεῖτο διὰ μέσου τῶν κατὰ καιροὺς γενεῶν, κατέβηκε μέχρι τοῦ βασιλέως καὶ προφήτου Δαβὶδ καὶ τῶν διαδόχων τοῦ θρόνου καὶ τοῦ γένους του. Ἐπειδὴ δὲ ὁ καιρὸς ἐκαλοῦσε τώρα τὴν ἀποτελείωσι τῆς θείας αὐτῆς ἐκλογῆς, ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἀπὸ τὸν οἶκο καὶ τὴ γενεὰ τοῦ Δαβίδ, ποὺ ἦσαν μὲν ἄτεκνοι, συνεζοῦσαν δὲ σωφρόνως καὶ ἦσαν ἀνώτεροι στὴν ἀρετὴ ἀπὸ ὅλους ὅσοι ἀνάγουν στὸ Δαβὶδ τὴν εὐγένεια τοῦ γένους καὶ τοῦ ἤθους. Αὐτὸ τὸ ζεῦγος ἐζητοῦσε διὰ τῆς ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς τὴν λῆξι τῆς ἀτεκνίας των ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὑποσχόταν νὰ ἀναθέσουν σ᾽ αὐτὸν ἀπὸ βρέφος αὐτὸ ποὺ θὰ ἐγεννοῦσαν. Τότε παρέχεται ἡ ὑπόσχεσις καὶ δίδεται παιδί, ἡ τωρινὴ Θεομήτωρ, ὥστε ἡ πανάρετη κόρη νὰ γεννηθῇ ἀπὸ πολυαρέτους γονεῖς καὶ ἡ πάναγνη ἀπὸ ἐξαιρετικὰ σώφρονες, καὶ νὰ λάβῃ ὡς καρπὸ ἡ σωφροσύνη, συνερχομένη μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκησι, τὸ νὰ γίνῃ γεννήτρια τῆς παρθενίας, καὶ μάλιστα παρθενίας ποὺ προβάλλει ἀφθόρως κατὰ τὴν σάρκα τὸν προαιωνίως γεννημένον ἀπὸ παρθένον Πατέρα κατὰ τὴν θεότητα. Τί πτερὰ ἐκείνης τῆς προσευχῆς! Τί παῤῥησία, ποὺ εὑρῆκε ἑνώπιον τοῦ Κυρίου!
12. Ἀλλὰ ἐπειδὴ βέβαια ἐκεῖνοι ἐπέτυχαν ἔτσι τὰ ζητούμενα μὲ τὴν προσευχή τους καὶ εἶδαν τὴν πρὸς αὐτοὺς θεία ἐπαγγελία νὰ ἐκπληρώνεται ἐμπράκτως, σπεύδοντας καὶ αὐτοὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὴν πρὸς τὸ Θεὸ ὑπόσχεσι ὡς φιλαλήθεις καὶ θεοφιλεῖς καὶ φιλόθεοι συγχρόνως, εὐθὺς μετὰ τὸν ἀπογαλακτισμὸ ὁδηγοῦν τὴν ἀληθινὰ ἱερὰ καὶ θεόπαιδα καὶ τώρα θεομήτορα παρθένο στὸ ἱερὸ τοῦ Θεοῦ καὶ στὸν ἱεράρχη ποὺ εὑρισκόταν σ᾽ αὐτό. Αὐτὴ δέ, γεμάτη θεία χάρι καὶ τέλειο νοῦ ἀκόμη καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴν ἡλικία, ἀντιλαμβανόταν ἀπὸ τότε, καὶ μάλιστα καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὰ τελούμενα σ᾽ αὐτήν, καὶ ἔδειξε μὲ ὅποιον τρόπο μποροῦσε ὅτι δὲν ὁδηγεῖται, ἀλλὰ αὐτὴ μόνη της μὲ ἐλεύθερη γνώμη προσέρχεται στὸ Θεό, σὰν νὰ εἶναι ἀπὸ ἑαυτοῦ της πτερωμένη πρὸς τὸν ἱερὸ καὶ θεῖο ἔρωτα και νὰ θεωρῇ ἀγαπητὴ καὶ νὰ ἀναγνωρίζῃ ὡς ἀξία της τὴν εἴσοδο καὶ κατοικία στὰ ἅγια τῶν ἁγίων.
13. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀντιλήφθηκε τότε ὅτι ἡ κόρη εἶχε ἔνοικη τὴν θεοειδῆ χάρι παραπάνω ἀπὸ ὅλους, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀξιώσῃ τὸ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλους, νὰ τὴν εἰσαγάγῃ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ νὰ πείσῃ αὐτὸ ποὺ γινόταν ὅλους τοὺς τότε ἀνθρώπους ν᾽ ἀγαποῦν, μὲ τὴν σύμπραξι καὶ ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ μαζί, ποὺ ἔστελλε ἀπὸ ἄνω δι᾽ ἀγγέλου ἀπόῤῥητη τροφὴ στὴν παρθένο ἐκεῖ. Μὲ αὐτὴν τὴν τροφὴ ἐδυνάμωνε καλύτερα τὴ φύσι της καὶ συντηροῦσε καὶ τελειοποιοῦσε τὸν ἑαυτό της κατὰ τὸ σῶμα καθαρώτερα καὶ ἀνώτερα ἀπὸ τὶς ἀσώματες δυνάμεις, ἔχοντας ὡς ὑπηρέτες τοὺς οὐρανίους νόες, διότι δὲν εἰσήχθηκε ἁπλῶς καὶ μόνο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ κατὰ κάποιον τρόπο παραλήφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ συνοίκησι μὲ αὐτὸν γιὰ ὄχι ὀλίγα ἔτη· ὥστε ἔτσι στὸν κατάλληλο καιρὸ ν᾽ ἀνοιχθοῦν οἱ οὐράνιες μονὲς καὶ νὰ δοθοῦν γιὰ ἀΐδια κατοίκια σὲ ὅσους πιστεύουν στὴν παράδοξη γέννα της.
14. Ἔτσι λοιπὸν καὶ γι᾽ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀπετέθη δικαίως σήμερα στὰ ἅγια ἄδυτα σὰν θησαυρὸς τοῦ Θεοῦ ἡ κόρη ποὺ ἐξελέγη ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεκτοὺς ἀπὸ αἰῶνες, ποὺ ἀναδείχθηκε ἁγία τῶν ἁγίων, ποὺ ἔχει τὸ σῶμα καθαρώτερο καὶ θειότερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ διὰ τῆς ἀρετῆς κεκαθαρμένα πνεύματα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δεκτικὸ μόνο τοῦ τύπου τῶν θείων λόγων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἐνυποστάτου καὶ μονογενοῦς Λόγου τοῦ προανάρχου Πατρός· σὰν θησαυρὸς ποὺ ὁ Λόγος θὰ τὸν χρησιμοποιοῦσε στὸν καιρὸ του, ὅπως καὶ ἔγινε, γιὰ πλουτισμὸ καὶ ὑπερκόσμιο καὶ συγχρόνως παγκόσμιο κόσμημα. Κι᾽ ἔτσι καὶ γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο δοξάζει τὴ μητέρα του καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησι καὶ μετὰ τὴ γέννησι. Ἐμεῖς δέ, κατανοώντας τὴ σημασία τῆς σωτηρίας ποὺ μᾶς ἑτοιμάσθηκε δι᾽ αὐτῆς ἀποδίδουμε μὲ ὅλη τὴ δύναμί μας τὴν εὐχαριστία καὶ τὸν ὕμνο. Πραγματικά, ἂν ἡ εὐγνώμων γυναῖκα ποὺ ἀναφέρεται στὸ εὐαγγέλιο, μόλις ἄκουσε γιὰ λίγο τοὺς σωτηριώδεις λόγους τοῦ Κυρίου, ἀπέδωσε τὸν μακαρισμὸ καὶ τὴν εὐχαριστία στὴ μητέρα τούτου, ὑψώνοντας τὴ φωνή της ἀπὸ τὸν ὄχλο καὶ λέγοντας πρὸς τὸν Χριστό, «καλότυχη εἶναι ἡ κοιλία ποὺ σ᾽ ἐβάστασε καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ ἐθήλασες» (Λουκ. 11, 27) ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε κοντὰ μας γραμμένα ὅλα τὰ λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς, καὶ ὄχι μόνο τὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ τὰ θαύματα καὶ τὰ παθήματα καὶ τὴν δι᾽ αὐτῶν ἔγερσι τῆς φύσεως μας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀνάληψὶ της ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, καὶ τὴν δι᾽ αὐτῶν ἐπηγγελμένη σ᾽ ἐμᾶς ἀθάνατη ζωὴ καὶ ἀμετάτρεπτη σωτηρία, πῶς δὲν θ᾽ ἀνυμνήσωμε καὶ μακαρίσωμε ἀδιαλείπτως τὴν μητέρα τοῦ χορηγοῦ τῆς σωτηρίας, τοῦ δοτῆρος τῆς ζωῆς, ἑορτάζοντας τώρα καὶ τὴν σύλληψι αὐτῆς καὶ τὴν γέννησι καὶ τὴν μετοίκησι στὰ ἅγια τῶν ἁγίων;
15. Ἀλλὰ ἂς μετοικίσωμε κι᾽ ἐμεῖς τοὺς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, ἀπὸ τὴ γῆ στὰ ἄνω· ἂς μεταφερθοῦμε ἀπὸ τὴν σάρκα ἐπάνω στὸ πνεῦμα· ἂς μεταθέσωμε τὸν πόθο ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ μόνιμα· ἂς καταφρονήσωμε τὶς σαρκικὲς ἡδονές, ποὺ ἔχουν εὑρεθῇ ὡς δέλεαρ κατὰ τῆς ψυχῆς καὶ παρέρχονται γρήγορα· ἂς ἐπιθυμήσωμε τὰ πνευματικὰ χαρίσματα ποὺ μένουν ἄφθαρτα· ἂς ὑψώσωμε ἀπὸ τὴν κάτω τύρβη τὴ στάσι καὶ τὴν διάνοιὰ μας· ἂς τὴν ἀνεβάσωμε στὰ οὐράνια ἄδυτα, ἐκεῖνα τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου τώρα κατοικεῖ ἡ Θεοτόκος.
16. Διότι ἔτσι θὰ εἰσέλθουν σ᾽ αὐτὴν ἐπωφελῶς γιὰ μᾶς μὲ θεάρεστη παῤῥησία καὶ τὰ ἄσματά μας καὶ οἱ δεήσεις μας πρὸς αὐτὴν κι ἔτσι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παρόντα μὲ τὴ μεσιτεία της θὰ γίνωμε κληρονόμοι καὶ τῶν μελλόντων καὶ μενόντων ἀγαθῶν, μὲ τὴ χάρι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας ποὺ ἐγεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν γιὰ μᾶς, στὸν ὁποῖο πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ συναΐδιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.



 http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/grhgorios_palamas_eis_ta_eisodia_ths_8eotokoy.htm

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Κυριακή Θ΄του Λουκά




Διδαχή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ




Ὅπως ἀκούσαμε στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, «Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τά ἀμφότερα ἐν καί τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας».
Ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου δέν εἶναι πραγματική εἰρήνη ἀλλά θόρυβος καί ταραχή. Εἶναι φθορά καί ἀπώλεια. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου νομί­ζουν, ὅτι ὅταν γίνουν πλούσιοι καί ἰσχυροί τότε εἰρηνεύει ἡ καρδιά τους καί ἀναπαύεται ἡ ψυχή τους. Δέν βρίσκεται ὅμως στόν πλοῦτο ἡ εἰρήνη. Τοῦ­το ἐδίδαξε ὁ Χριστός, ὅταν εἶπε στούς μαθητές Του: «οὐ καθώς ὁ κό­σμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν». Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ κατοικεῖ στήν ἀπάθεια.  Μόνος ὁ Θεός ἔχει καί δίδει τήν εἰρήνη. Αὐτός εἶναι «ἄρχων τῆς εἰρήνης», ἡ ρίζα καί ἡ πηγή τῆς εἰρήνης.
Ὁ Χριστός ἔφερε στόν κόσμο τό μέγα ἀγαθό τῆς εἰρήνης. Ἐκεῖνος ἔνωσε τούς ἀνθρώπους. Διέλυσε τό μεσότοιχο τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου.  Συμφιλίωσε τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Μέ τή διδασκαλία του ἐξαφάνισε τήν ἐχθρότητα Ἐθνικῶν (εἰδωλολατρῶν) καί Ἰουδαίων. Τά ἀντιμαχόμενα ἔθνη ἕνωσε μέ τήν ἴδια πίστη σέ ἕνα γένος. Ἦταν μεγάλη ἡ διαφορά καί δυνατό τό μίσος Ἰουδαίων καί Ἐθνικῶν. Οἱ μέν Ἰουδαῖοι μισοῦσαν τούς Ἐ­θνικούς ὡς ἀπίστους καί ἀκαθάρτους, οἱ δέ Ἐθνικοί ἀπεστρέφοντο τούς Ἰουδαίους ὡς δεισιδαίμονες καί ἀκοινώνητους. Αὐτή τήν ἔχθρα ἔλυσε ὁ Χριστός «ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ», δηλαδή διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Κατάργησε τήν σαρκική περιτομή, τή θυσία τῶν ζώων, τήν νομική ἱερωσύ­νη, ὅλες τίς σκιώδεις τελετές, καί ἀντικατέστησε τήν περιτομή μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, τή θυσία τῶν ζώων μέ τήν ἀναίμακτη ἱερουργία, τήν τυπική ἱερωσύνη μέ τήν ἱερατική ἐξουσία, τίς συμβολικές τελετές μέ τήν ἀληθινή λατρεία. Στούς Ἐθνικούς πού ζοῦσαν μέσα στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί λάτρευαν γιά θεούς τά εἴδωλα, ἔφερε τό φῶς τῆς γνώσεως καί τούς κατέστησε πολίτες τῆς Ἐκκλησίας, συμπολίτες τῶν ἁγίων, ἀγαπητούς καί οἰκιακούς τοῦ Θεοῦ. Μιά νέα οἰκο­δομή κατασκευάσθηκε, τῆς ὁποίας ἀκρογωνιαῖος λίθος εἶναι ὁ Χριστός. Ἐπάνω σ΄ Αὐτόν συναρ­μολογήθηκε καί αὐξήθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκοδομή κατά τρόπο θαυμαστό. Σ΄ αὐτό τό ναό ὅλοι οἱ πιστοί εἴμαστε συνδεδε­μέ­νοι μεταξύ μας. Ἀπ΄ αὐτόν τό σύνδεσμο τῆς ἀγάπης δη­μιουρ­γεῖ­ται ἡ εἰρήνη, ἡ ὁποία εἶναι ἰδίωμα τοῦ «καινοῦ» ἀνθρώπου.
Ζητεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν εἰρήνη καί κάνει τό πᾶν γιά νά τήν ἀποκτή­σει. Τίποτε δέν εἶναι δυ­νατόν νά παραβληθεῖ πρός αὐτήν, οὔτε τά βασίλεια, οὔτε οἱ ὑψηλές θέσεις, οὔτε ἡ ἐπιστήμη, οὔ­τε τό κάλλος. Χωρίς αὐτή, ἡ ζωή εἶναι μαρτύριο. Ὅλα τά ἀγαθά παίρνουν ἀξία, ὅταν αὐτή ὑπάρ­χει. Ἡ εἰρήνη εἶναι οὐράνιο ἀγαθό καί χρειάζεται πνευματικό τρόπο γιά νά ἀποκτηθεῖ.
Ἡ εἰρήνη εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δίδεται σ΄ ἐκείνους πού ἔχουν ψυχική κα­θαρότητα. Ὅσο ἀπέχουμε ἀπό τήν ἀκα­θαρ­σία τῆς ἁμαρτίας καί μένουμε σταθεροί στήν ἀρετή, ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ στήν καρδιά μας. Μέ τήν ἁμαρτία φεύγει ἡ εἰρήνη καί ἔρχεται ἡ ταραχή. Ὅσο οἱ πρωτόπλαστοι στόν Παράδεισο ζοῦσαν ἐν ὑπακοῇ στό Θεό ἦταν εἰρηνικοί καί μακάριοι. Μόλις ὅμως παρασύρθηκαν στήν παρακοή ἀμέσως σηκώθηκε μέσα τους ὁ πόλεμος τῶν παθῶν. Τούς κυρίευσε ὁ φόβος καί ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μεταβλήθηκε σέ ἔχθρα. Λύπη κατέλαβε τήν καρδιά τους. Τό ἴδιο συμβαίνει καί σ΄ ἐμᾶς. Ὅταν ἁμαρτήσουμε φόβος καί ταραχή μᾶς καταλαμβάνει.  Χάνουμε τήν ἠρεμία καί τή γαλήνη. Ὅπως ὁ Δαβίδ, αἰσθανόμεθα καί λέμε: «Οὐκ ἐστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπό προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μουž ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τήν κεφαλήν μου, ὡσεί φορτίον βαρύ ἐβαρύνθησαν ἐπ΄ ἐμέ». Μέ σκυθρωπότητα καί ταλαιπωρία γεμίζει ἡ ζωή μας μέχρις ὅτου μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας καθαρίσουμε τήν ψυχή μας καί λάβουμε ἀπό τήν πηγή τῆς εἰρήνης τό μέγα δώρημα.
Πρός ὅλους ὁ Θεός ἀποστέλει τήν εἰρήνη. Καθώς ὅμως τό φῶς τοῦ ἡλίου δέν ἐνεργεῖ στούς τυφλούς, ἔτσι καί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ δέν διαμένει στίς καρδιές τῶν πονηρῶν. Ἐάν θέλουμε τήν εἰρήνη πρέπει νά γίνουμε θεοφιλεῖς καί ἐνάρετοι. Ὅσο μένουμε στήν ἀμαρτία, νά γνωρίζουμε ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι τῆς ὑποδοχῆς τῆς ἁγίας αὐτῆς χάριτος. Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκ­κλησίας ὑπάρχει ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος εἶπε: «Εἰρήνην ἀφίη­μι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν ... Μή ταρασσέσθω ἡ καρδία ὑμῶν, μηδέ δειλιάτω». Προτροπή τοῦ ἰδίου τοῦ Θεανθρώπου καί τῶν ἀποστόλων εἶναι τό «εἰρήνη ὑμῖν», «εἰρηνεύετε», «πορεύου εἰς εἰρήνην», «εἰρήνη πᾶσιν».
Ἄς στρέψουμε στόν Ἰησοῦ Χριστό τήν καρδιά μας. «Ἀκούσομαι τί λα­λή­σει ἐν ἐμοί Κύριος ὁ Θεός, ὅτι λαλήσει εἰρήνην ἐπί τόν λαόν αὐτοῦ». Ἑ­νωμένοι μέ τόν εἰρηνοποιό Χριστό θά ζοῦμε μέ δικαιοσύνη, θά χαιρό­μα­­στε τή γόνιμη γῆ, θά κοιμόμαστε χωρίς φόβο, θά πολλαπλασιάζουμε τά ἀγα­θά μας, θά ζοῦμε μέ ἀσφάλεια, θά ἔχουμε τό πλήρωμα τῆς εὐτυχίας γιατί ἡ εἰρήνη εἶναι τό σύνολο τῶν ἀγαθῶν.
Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί! Ὁ Γεδεών, ὅταν ἔκτισε θυσιαστήριο στό Θεό, τό ὀνόμασε «εἰρήνη Κυρίου». Ὁ συμβολισμός αὐτός ἔχει ἰδιαίτερο νόη­μα γιά μᾶς. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἐκεῖ ζοῦμε τή συμφιλίωση καί τήν ἕνωση τῶν πάντων. Ὅσο μετέχουμε στό Μυστήριο τῆς ζωῆς θά ἔχουμε τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ μένουσα στήν ψυχή μας. Ἄς εὐχηθοῦμε ὁ ἄρχων τῆς εἰρήνης, ὁ Χριστός, νά μᾶς ἐπισκιάζει στούς χαλεπούς καιρούς τῆς ζωῆς μας μέ τήν εἰρήνη Του. «Αὐτός δέ ὁ Κύριος τῆς εἰρήνης δώῃ ὑμῖν τήν εἰρήνην διά παντός ἐν παντί τρόπῳ».


 http://www.imfth.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=105:%CE%BA%CE%AE%CF%81%CF%85%CE%B3%CE%BC%CE%B1-%CE%B1&Itemid=179

Κυριακή Θ Λουκά-«Λήθη θανάτου ή «Μνήμη θανάτου»;




«Ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου άπαιτοϋσιν από σου...»
Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για τη ζωή, γεννήθηκε για να ζήσει, βγήκε άπ' τα «χέρια» του Θεού για να ρουφήξει τη ζωή. Δεν είναι φτιαγμένος για τον τάφο, ούτε προορισμός του είναι κάποιο χορταριασμένο μνημούρι. Δεν παύει όμως να ζει ένα τραγικό «αδιέξοδο», για το οποίο υπεύθυνος είναι μόνο ό ίδιος κι οι επιλογές του. Ζώντας το ρεύμα του ποταμού της ζωής, χαίρεται ν' απολαμβάνει τη μια του όχθη καί καυχιέται πώς στέκεται αμετακί­νητα σ' αυτήν, κλείνοντας τα μάτια στην άλλη όχθη. Λες καί μπορεί να στα­ματήσει τη ροή του χρόνου στη μια πλευρά του ποταμού, αποφεύγοντας το «πέρασμα» στην άλλη, πέρασμα καθολικό πού σφραγίζει την πανανθρώπινη βιοτή καί ύπαρξη.
Μα έρχεται αδυσώπητα ή φθορά κι ό χρόνος καί το βαθύ κι αδάμαστο αυτόν πόθο τον εμπαίζουν, μάλλον δε τον περιπαίζουν. Καί βλέπεις τον άν­θρωπο να κατατρύχεται άπ' το τραγούδι γι' ατέλειωτη συνέχεια της ζωής από τη μια, κι άπ' τίς αδυσώπητες, αλλά πραγματικές, συμπληγάδες του οριστικού τέλους απ' την άλλη.   Μα το πέρασμα άπ' τη μια όχθη στην άλλη είναι μονόδρομος, είναι το πιο βέβαιο γεγονός του ανθρώπινου βίου. Θες σήμερα, θες αύριο θ' ακούσεις να στο πουν: «Τη νύχτα αυτή ζητούν χωρίς άλλο να πάρουν την ψυχή σου» (Λουκ. ιβ' 20)! Καί συ ανυποψίαστος, με­τρώντας τη ζωή σου σαν «μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων... κρύα κεριά λυωμένα καί κυρτά», θρηνείς καί στενάζεις μαζί με τον Αλεξανδρινό Κ. Καβάφη: «Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασεν ή ώρα. Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια!».
"Αραγε τί να 'ναι προτιμότερο: να κλείνεις τα μάτια στο «πέρασμα» απ τη μια όχθη της ζωής στην άλλη, να αρνείσαι να το αντιμετωπίσεις καί έτσ να το απωθείς, να γίνεσαι εραστής της «λήθης του θανάτου», ή ενσυνείδητο ν' ατενίζεις την αλήθεια του «περάσματος», ζώντας στο αναστάσιμο κλίμα της «μνήμης του θανάτου»;
Ό θάνατος με τον Χριστό παίρνει άλλες διαστάσεις
Ή Εκκλησία, βαθύς γνώστης των υπαρξιακών ανθρώπινων προβλημά­των, απέναντι οτόν στρουθοκαμηλισμό ή τον τρόμο, τον τεχνητό ή τεχνικό αποπροσανατολισμό του ανθρώπου σχετικά με το συγκλονιστικό καί καθολικό μυστήριο του θανάτου, δεν κλείνει τα μάτια. Δεν πλέκει θεωρίες αντιμετωπί­σεως του, δίπλα στίς τόσες πού υπάρχουν, αλλά βλέπει κι αντιμετωπίζει αλη­θινά καί πνευματικά το γεγονός αυτό πού προκαλεί το λογικό, μέσα άπ' την αναστάσιμη δωρεά, χάρη καί προοπτική της εν Χριστώ ζωής· «δέχεται την τραγικότητα του θανάτου, την κοιτάζει κατά πρόσωπο, γιατί ό Θεός περνά άπ' αυτόν το δρόμο κι όλοι τον ακολουθούν» (π. Παύλος Εύδοκίμοφ).
Χωρίς τον Χριστό ό θάνατος θα διαιωνιζόταν ως το τρομακτικότερο καί βασανιστικότερο μυστήριο για το ανθρώπινο λογικό, την ψυχή καί το σώμα. Με τον Σταυρό καί την Ανάσταση του Χριστού καταργείται ή τρομάρα καί γιορτάζεται ή νέκρωση του θανάτου. Ό θάνατος παύει να 'ναι τρομερός για τον άνθρωπο- αντίθετα ό άνθρωπος γίνεται φοβερός στο θάνατο, γιατί ό κόσμος ολάκερος, ή ζωή κι ό θάνατος, τα παρόντα καί τα μέλλοντα καί ιδίως ό ανακαινισμένος άνθρωπος ανήκουν όλα στον Χριστό (Α' Κορ. γ' 22-23).
Ό Μάξιμος ό Όμολογητής θα πει: «Δεν νομίζω ότι είναι δίκαιο να όνομάζομε τον θάνατο πέρας (δηλ. τέλος) της παρούσης ζωής, αλλά απαλλαγή από τον θάνατο, χωρισμό από τη φθορά, ελευθερία από τη δουλεία, κατά­παυση της ταραχής, αναίρεση των πολέμων, υποχώρηση του σκοταδιού, άνε­ση στους πόνους, ηρεμία της αναταραχής, συγκάλυψη της ντροπής κι άποφυγή των παθών. Μ' ένα λόγο, κατάλυση όλων των κακών, πού με τη νέκρω­ση τους κατόρθωσαν οϊ 'Αγιοι καί παρέστησαν τους εαυτούς τους ξένους του βίου καί παρεπίδημους, μαχόμενοι γενναία με τον κόσμο και το σώμα και τίς επαναστάσεις πού πηγάζουν άπ' αυτά». 
Αξίζει να μας ερμηνεύσει ό ίδιος ό Όσιος περαιτέρω αύτη της Εκκλησίας την αναστάσιμη θέση: «Όπως στο πρόσωπο του Αδάμ ό θάνατος έγινε κατάκριση της ανθρωπινής φύσεως, πού είχε αρχή της την ηδονή, την οποία έγέννησε ή ίδια, έτσι ό θάνατος εν Χριστώ γίνεται κατάκριση της αμαρτίας καί πάλι ηδονή εν Χριστώ, πραγματο­ποιεί την καθαρή γένεση της φύσεως. Όπως ή ένήδονη ζωή του Αδάμ έγινε μητέρα του θανάτου, έτσι κι ό θάνατος του Κυρίου για τον Αδάμ, ελεύθερος όμως από την ηδονή του Αδάμ, γίνεται γεννήτορας αθάνατης ζωής...».
"Εργο του Χριστιανού δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ή μνήμη του θανάτου
Ή ορθόδοξη πνευματικότητα κηρύττει ότι έργο του πιστού «δεν είναι άλλο, παρά ή μνήμη του θανάτου» (Ειρηναίος), πράγμα πού μας βοηθά να κατανοήσαμε την αγάπη των Μαρτύρων καί των ασκητών —νηπτικών Πατέ­ρων προς το μαρτύριο, τον σταυρό, τον πόθο της «αναλύσεως» και κυρίως το «χάρισμα» να πεθαίνει κανείς γεμάτος χαρά. 
Ό χριστιανός, βέβαια, δεν είναι ό εραστής του θανάτου καί της μελαγχολίας. Μη γένοιτο! Ή αδιάλειπτη «μνήμη του θανάτου» προσβλέπει σ' ένα γεγονός: πώς ό άνθρωπος θα βρε­θεί «συν τω Χριστώ εν τω Θεώ» (Α' Κορ. γ' 15,53), πώς ό πιστός θα συντάμει τον καιρό της εδώ παρουσίας του για να βρεθεί μαζί με τον Χριστό, μέτοχος της νίκης της ζωής καί του θριάμβου της Αναστάσεως, δηλαδή στην πραγμάτωση του αυθεντικού προορισμού του άνθρωπου, στην εν Χρι­στώ ελευθερία κι εγρήγορση.
Αποβλέπει στην βαθμιαία απόσπαση του ανθρώπου άπ' τη ματαιότητα καί τη φθορά της επαναστατημένης κι αυτονομημένης φύσεως καί τη μετά­θεση της καρδιάς, τη μετάβαση της στα αιώνια κι άφθαρτα. Σημαίνει την εγρήγορση σώματος καί πνεύματος, για άμεση μετοχή στον μεταμορφωμένο κι αναπλασμένο κόσμο του Θεού- στόχος της είναι ό αγιασμός, ή θέωση του ανθρώπου, ή όριστική καί πλήρης κοινωνία με τον Θεό, πού κατέστρεψε ό θάνατος, ως τόκος της αμαρτίας καί ουσιαστικός χωρισμός άπ' τον Θεό.
«Ας θυμόμαστε, αν είναι δυνατόν, άκατάπαυστα τον θάνατο, θα γράψει ό όσιος Ησύχιος. Έτσι γεννιέται μέσα μας ή απόθεση των φροντίδων καί κάθε ματαιότητας, ή φύλαξη του νου, ή ακατάπαυστη δέηση, ή απάθεια του σώματος καί ή αποστροφή της αμαρτίας. Καί σχεδόν θα μπορούσαμε να πούμε, κάθε αρετή πηγάζει άπ' τη μνήμη αυτή. Γι' αυτό ας την χρησιμοποιή­σαμε όπως την ίδια την αναπνοή μας». 
Καί πραγματικά «ή ζωηρή μνήμη του θανάτου περιέχει πολλές αρετές.Γεννά το πένθος, προτρέπει σε εγκράτεια άπ' όλα, υπενθυμίζει τη γέεννα, είναι μητέρα της προσευχής καί των δα­κρύων, φρουρεί την καρδιά, παύει την εμπαθή προσκόλληση στη σάρκα άφού είναι από πηλό, αναβλύζει την οξύτητα του νου μαζί με διάκριση. Παιδιά αυτών είναι ό διπλός φόβος του Θεού καί ή κάθαρση της καρδιάς από εμπα­θείς λογισμούς. Περιέχει πολλές δεσποτικές εντολές. Σ' αυτήν παρατηρείται ό πάρα πολύ δύσκολος αγώνας κάθε στιγμής, για τον όποιο φροντίζουν οι περισσότεροι αθλητές του Χριστού» (όσιος Φιλόθεος ό Σιναΐτης).
Για την ασκητική πείρα το ύψιστο έφετό είναι ή «μνήμη του Θεού», κάτι πού το ζουν οι αναχωρητές ως δωρεά καί χάρη. Γι' αυτό ακούς άπ' τα άσκηταριά τους Πατέρες να κράζουν: «Τίποτε άλλο δεν είναι πιό φοβερό άπ' τη μνήμη του θανάτου, ούτε πιο θαυμάσιο από τη μνήμη του Θεού. Ή πρώτη προξενεί σωτήρια λύπη, ενώ ή άλλη χαρίζει ευφροσύνη... Είναι όμως αδύνα­το να κάνει κάποιος κτήμα του το δεύτερο, αν δεν λάβει προηγουμένως πεί­ρα της στρυφνότητας του πρώτου» (όσιος Ηλίας ό "Εκδικος)
«Όταν λοιπόν οι δαίμονες πού πολεμούν την ψυχή μας διεγείρουν ατά ψυχικά πάθη καί μάλιστα στην οίηση, ή οποία είναι μητέρα όλων των κακών, ας θυμόμαστε τον θάνατο μας καί τότε καταντροπιάζομε το φούσκωμα της φιλοδοξίας. Το ίδιο ας κάνομε κι όταν οι δαίμονες πού πολεμούν το σώμα ερεθίζουν την καρδιά μας σε αισχρές επιθέσεις. Γιατί μόνο ή ενθύμηση του θανάτου μπορεί να καταργήσει όλες τίς προσβολές των δαιμόνων, επειδή μας επαναφέρει στη μνήμη του Θεού» (άγιος Διάδοχος Φωτικής).
Στόν σύγχρονο άνθρωπο πού θέλει να λησμονά ή τρομάζει μπροστά στο γεγονός του θανάτου, ή Εκκλησία συμβουλεύει:«"Οποιος κατορθώνει να λέει κάθε μέρα στον εαυτό του: σήμερα είναι ή τελευταία ήμερα της ζωής μου, ουδέποτε θα αμαρτήσει θεληματικά προς τον Θεό. Εκείνος όμως πού περι­μένει πώς έχει πολλά χρόνια ακόμα να ζήσει, δίχως άλλο θα περιπλακεί στα βρόχια της αμαρτίας» (άββάς Ησαΐας ό Αναχωρητής).
Άρχιμ. Θ. Άθαν.
 
 
http://proskynitis.blogspot.gr/2011/11/blog-post_1843.html