«ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι»(Τιμ.Β΄2)

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, με θέμα τους εκ των πέντε άρτων τραφέντας πεντακισχιλίους.



Επαινώ μεν τον πόθο της φιλομαθείας, αποδέχομαι δε τον βαθμόν της φιλοθεΐας. Και γνωρίζω ποιος σας εμφύτευσε τον εξαίρετον αυτόν ζήλο. Γνωρίζω τον εκπαιδευτή της αρετής σας, τον πατέρα και συγχρόνως ποιμένα και ιατρόν και κυβερνήτην. Αυτόν που διαπρέπει στην ευαγγελική ζωή, και πνέει χάριν αποστολικήν. Αυτόν ο οποίος σας χειραγωγεί προς τους ουρανίους λειμώνες με πνευματικά σαλπίσματα, ως θησαυρός πνευματικών εννοιών που είναι. Την έμψυχον εικόνα της φιλανθρωπίας, αυτόν που υπερέβη την πραότητα του νόμου και είναι ανίκητος από τον θυμόν, λάμπει δε από σοφία, και στεφανώνεται με αρετές.

Αλλά πολύς ο πλούτος της αποστροφής σας κατά του θανάτου, και το πλάτος της φιλομαθείας σας, όπως είπα. Κι εγώ πώς να σας παραθέσω το πτωχό μου γεύμα; Πώς να χορτάσω με τις μικρές δυνατότητες του λόγου μου την άπληστο κοιλία της ακοής σας; Πώς θα επαρκέσει γλώσσα πτωχή να ευφράνει τόσον λαό; Ή, για να χρησιμοποιήσω επίκαιρα τα λόγια των Αποστόλων: «Πόθεν ημίν εν ερημία άρτοι τοσούτοι;», ώστε πάλιν ο πλούσιος Δεσπότης, απαλλάσσοντας από την πτωχεία, να χαρίσει την αφθονία;

«Ηκολούθει», λέγει, «όχλος πολύς τω Σωτήρι». Ακολουθούν τον ποιμένα τα πρόβατα, οι ασθενείς τον διώκτη των ασθενειών τους, οι δούλοι τον ελευθερωτήν των ψυχών. Ευρήκαν μίαν οδόν απλανή, και όλοι σ’ αυτή συνέρρεαν. Όποιος ήθελε τον ακολουθούσε, ο άρρωστος απηλλάσσετο από το νόσημά του. Είχε αναβλύσει πηγή φιλανθρωπίας και όλοι απελάμβαναν.

Απορροφημένοι, λοιπόν, παρέτειναν την οδοιπορία μέχρι την έρημο. Τον παλαιό καιρό, όταν ο Θεός νομοθετούσε δια του Μωϋσέως στην έρημο, είχε περιβάλει το όρος Σινά με φωτιά, και οι φλόγες εξηκοντίζοντο στον ουρανό. Φόβος και ζόφος μαζί με σάλπιγγες και αλαλαγμούς κατέπλητταν εκείνους που παρακολουθούσαν. Αλλά τώρα ο Δεσπότης, αφήνοντας τον φόβο, περιεβλήθη μορφήν δούλου, δεικνύοντας τη φιλανθρωπία του με την πρόσληψη ανθρωπίνης φύσεως. Και παλαιά μεν η γη είχε ακούσει: «Εξαγαγέτω η γη βοτάνην χόρτου», ενώ τώρα την τράπεζα που εστρώθη στο έδαφος, την γεμίζει με αγαθά ο ίδιος ο Δεσπότης.

Παίρνοντας λοιπόν ο Κύριος τους ιχθύς, αφού εστράφη προς τον ουρανόν τους ευλόγησε. Άραγε ζητεί ωσάν να έχει ανάγκη; Άραγε υψώνοντας το βλέμμα καλεί σε βοήθεια τον ουρανό; Άραγε από αλλού αντλεί τη δύναμη της ευεργεσίας, και δίδει λαβή στον Άρειο, και οπλίζει τη γλώσσα του Ευνομίου για να εκτοξεύσουν τις βλασφημίες τους κατά του Υιού; Όχι βέβαια, αλλά προλαμβάνει τα εγκλήματα των Ιουδαίων. Επειδή ο Ιουδαίος πάντοτε ερευνά για αιτίες, και από αυτά που απολαμβάνει αλιεύει κατηγορίες. Επειδή λοιπόν κάποτε ο Θεός χορήγησε στην έρημο το μάννα στους Ισραηλίτες, και σε εκείνους που εβάδιζαν στη γη είχε απλώσει ουράνια τράπεζα, και εδίδαξε την πέτρα να μιμηθεί τα νέφη εξάγοντας ύδωρ απ’ αυτήν, ήκουσε δε, αντί για ευχαριστίες, λόγια αχάριστα: «Επεί επάταξε πέτραν και έρρευσαν ύδατα, μη και άρτον δύναται δούναι;» —έπειδη εκτύπησε τον βράχο και εξεχύθησαν ύδατα, μήπως ημπορεί να μας δώσει και άρτο; Γι’ αυτό λοιπόν ο Χριστός στα εγγόνια τους, για να μην πάρουν το μέγεθος του θαύματος σαν πρόφαση για συκοφαντία, ότι προσπαθεί δήθεν να δείξει ότι είναι μεγαλύτερος αυτός από τον Πατέρα, και επινοήσουν πάλι τη συνηθισμένη συκοφαντία της αντιθεΐας, αναθέτει το κατόρθωμα στον Πατέρα, υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, αρπάζοντας την κατηγορία από τις ιουδαϊκές γλώσσες. Διότι έτσι μεταχειρίζεται πάντοτε ο Χριστός τις ιουδαϊκές πονηρίες. Έτσι τότε που εθεράπευσε τον λεπρό και εκήρυξε με εξουσία τη φυγή του πάθους, παρέπεμψε στο νόμο αυτόν που ηλευθερώθη από τη νόσο, λέγοντας: «προσένεγκε το δώρον σου τω ιερεί εις μαρτύριον» —ας γίνει δηλαδή μάρτυρας της θεραπείας ο νόμος και ας φραγεί η γλώσσα της παρανομίας. Γι’ αυτό και τώρα υψώνει το βλέμμα στον ουρανό, αποστομώνοντας τον κατήγορο της αντιθεΐας. Αλλά εκτός αυτού και εκπαιδεύοντας τους ανθρώπους που κάθονται για φαγητό, να γνωρίζουν καλά τον αίτιο της απολαύσεως. Επειδή είναι ομολογία το να βλέπει κανείς στον ουρανό.

«Λαβών τοίνυν τους άρτους, έδωκε τοις μαθηταίς δούναι τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Ω, τι πράγματα συνέβαιναν τότε! Οι άρτοι εγεννούσαν άρτους, και εγέμιζαν τα χορταρένια τραπέζια αυτοσχέδιες τροφές. Άρτοι ελεύθεροι από γεωργικούς ιδρώτες, που δεν εβλάστησαν από στάχια, αλλά άνθησαν από χέρια Δεσποτικά, μολονότι πολλά προϋποθέτει η ανθρώπινη τροφή: το όργωμα της γης, τη σπορά από τους γεωργούς, τη μεταβολή των αέρων σε νέφη, τη γέννηση βροχής, την κατάλληλη υγρασία γης και ατμοσφαίρας, τις αλλαγές θερμοκρασίας, τις εναλλαγές της σελήνης, τις νύκτες με τα αστέρια που τρεμοσβήνουν, τη βλάστηση των σταχιών, την έγκαιρη ωρίμανση των καρπών, την ταλαιπωρία του αλωνίσματος, τη συνεργασία του μύλου, την αφαίρεση του περιττού, το έντεχνο πλάσιμο και την απαραίτητη συμμετοχή της φωτιάς. Αυτά τα πραγματοποίησε τώρα όλα μαζί ο Κύριος μόνο με το άγγιγμα του χεριού του, αφού παρευρίσκετο εμπρός τους αυτός που διεγείρει την κοιλία της γης προς καρποφορίαν. Παρευρίσκετο αυτός που περιβάλλει τον ουρανό με νεφέλες. Παρευρίσκετο αυτός που έχει δωρίσει στους θνητούς τη σοφία της τέχνης. Παρευρίσκετο «ο φέρων άπαντα τω ρήματι του στόματος αυτού».

Παρευρίσκετο εκεί επιβεβαιώνοντας την παρουσία του με τη σάρκα που εφορούσε. Έδειξε με ένα θαύμα ποιος είναι αυτός που κρατά τα ηνία της κτίσεως. Έλυσε το παλαιό έγκλημα των Ιουδαίων και το αχόρταστο πάθος τους. Δεν θα ημπορούσαν πλέον να λέγουν «μη και άρτον δύναται δούναι;».

Ιδού ότι και με άρτους εγέμισαν την έρημο. Ας διδάξει, Ιουδαίε, η συγγένεια των θαυμάτων ποιος είχε χορηγήσει και εκείνα.

«Και έφαγον», λέγει, «και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις». Ισάριθμα με τους Αποστόλους τα κοφίνια, ώστε ο καθένας τους βαστάζοντας από ένα να έχει τον κόπο μάρτυρα του θαύματος. Και ο ώμος με την αίσθηση της τριβής να εκπαιδεύσει προς συνειδητοποίηση του γεγονότος, ο δε κόπος να εξασφαλίζει τη μνήμη, για να μη θεωρήσουν φαντασία αυτό που είδαν, και βυθιστούν σε λογισμούς από το μέγεθος του θαύματος. Και επειδή ο νους δεν επαρκεί για να αντικρύσει με τους δικούς του οφθαλμούς το παράδοξον θαύμα, να μη γεννήσει σιγά – σιγά την υποψία πως ήταν όνειρο το γεγονός. Παρατείνει τη μνήμη του γεγονότος με το πλήθος των περισσευμάτων, ώστε καθημερινώς η βρώση, διδάσκοντας τη γνώση, να διεγείρει τη μνήμη.

Δέξου, παρακαλώ, τον άλλον Ευαγγελιστή, συνήγορο των λεγομένων να λέγει: «ην γαρ η καρδία αυτών πεπωρωμένη, και ου συνήκαν (δεν συνειδητοποίησαν δηλαδή) επί τοίς άρτοις». Φανερώνει το πάθος, για να κηρύξει το θαύμα. Διότι είναι μεγάλο το να φθάσουν πέντε μόνον άρτοι για τόσες χιλιάδες. Όμως το να μείνουν και τόσα πολλά περισσεύματα, όχι μόνον στους μαθητάς εγεννούσε τη μνήμη του θαύματος, αλλά φανέρωνε και τη δύναμη εκείνου που το πραγματοποίησε. Επειδή, αν τους έδιδε όσο είχαν ανάγκη, θα ενοθεύετο η χάρις της φιλοτιμίας του, και κάνοντας αυτό, δεν θα είχε γίνει σαφές πως είναι ο Κύριος του παντός, αφού υπηρέτησε μόνο την ανάγκη. Ενώ τώρα που η δωρεά έγινε ευρύτερη από την ανάγκη, μαρτυρεί την εξουσία Εκείνου που τη χορήγησε.

Ας μάθωμε και από αλλού σαφώς αυτό που λέγω: Κάποτε εδίδετο στους Ισραηλίτες το μάννα δια μέσου του Μωϋσέως. Αλλά επειδή αυτός που διακονούσε το θαύμα ήταν δούλος, μαζί μ’ αυτόν ήταν και το δώρο υποδουλωμένο στην ανάγκη, αφού το περιττόν εξηφανίζετο. Και όποιο χέρι αρρώσταινε από απληστία, την ώρα της συλλογής, υπεχρέωνε και το δώρο να αρρωστήσει μαζί του. Ο ουρανός έστελνε κάτω στους Ιουδαίους την τροφή με μέτρο, και ο χρόνος υπερνικούσε το δώρο, και είχε προθεσμία η χάρις. Επειδή καθώς τελείωνε η πορεία στην έρημο, υπέδειξε πλέον και η γη τον φυσικόν άρτον. Τότε έπαυσε το μάννα, και το ταμείο του ουρανού για τους ανθρώπους έκλεισε.

Μετάφερε το νου σου σε άλλον υπηρέτη, ο οποίος διετάχθη να θαυματουργήσει με προθεσμία. Ο μέγας Ηλίας, που στείρωσε τον ουρανό με όρκο, συνεκράτησε τον αέρα με τα χείλη, και με τη φωνή κατεδίκασε σε αργία την κτίση. Αυτός έπεισε της φιλοξένου χήρας το έλαιο να μετατραπεί σε πηγή, και το ολίγον αλεύρι δεν ολιγόστευε μαζί με τον χρόνο, αλλά όσο κατανάλωνε η φύσις, τόσο αντικαθιστούσε η χάρις. Όταν ήλθε η βροχή, έκανε πτερά και το δώρο του Ηλία. Υπηρετούσε, διακονούσε δουλικώς και όχι από κάποια κυριαρχική φιλοτιμία. Γι’ αυτό τώρα ο Κύριος πολλαπλασιάζει δυσανάλογα με την ανάγκη, φανερώνοντας την εξουσία του, και δίδοντας σε όλους να καταλάβουν ποιος είναι «ο διδούς την τροφήν πάση σαρκί».

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.



(13ος Αιών, Migne P.G. τομ. 85, στ. 360 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 203 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

















(Πηγή ηλ. κειμένου: "Ορθόδοξη Πορεία")
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1959


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Εις τον Άγιον Και Ιαματικόν Παντελεήμονα



Ενός νέου ανθρώπου και γιατρού την ιερή μνήμη εορτάζει και τιμά σήμερα η Εκκλησία, του αγίου μεγαλομάρτυρα και ιαματικού Παντελεήμονος. Από την πρώτη εποχή η Εκκλησία έχει σε μεγάλη τιμή όσους, που βαπτίζονται στο αίμα τους, και δίνουν την καλή ομολογία και τη μαρτυρία Ιησού Χριστού. Μετά την υπεραγία Θεοτόκο, τους ασωμάτους Αγγέλους, τον πρόδρομο Ιωάννη και τους πανευφήμους Αποστόλους, καθώς ακούμε κάθε ήμερα στην Απόλυση της ιερής Ακολουθίας, η Εκκλησία μνημονεύει τους καλλινίκους Μάρτυρες και ζητάει την πρεσβεία τους, για να μας ελεήσει και να μας σώσει ο Θεός.
Ο άγιος Παντελεήμων είναι από τα ένδοξα θύματα του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού. Το 303 ο γέρος πια Διοκλητιανός, αυτοκράτορας του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, υπέγραψε το διάταγμα για την εξόντωση των χριστιανών. Πατρίδα του αγίου Παντελεήμονος ήταν η Νικομήδεια, όπου ήσαν και τα ανάκτορα του Διοκλητιανού. Ο πατέρας του, Ευστόργιος το όνομα, ήταν ειδωλολάτρης, πλούσιος κι ανώτερος αξιωματούχος του κράτους. Η μητέρα του, Ευβούλη το όνομα, ήταν χριστιανή κι έσπειρε φυσικά τα πρώτα σπέρματα της πίστης και της ευσέβειας στη ψυχή του παιδιού της· πέθανε όμως πρόωρα και το παιδί έμεινε στη φροντίδα του πατέρα του.
Όταν ο Παντολέων ήλθε σε ηλικία, Παντολέων ήταν πρώτα το όνομα του αγίου Παντελεήμονος, ο πατέρας του τον εμπιστεύθηκε στον ανακτορικό γιατρό Ευφρόσυνο, για να σπουδάσει κοντά του την ιατρική. Τότε ο Παντολέων γνωρίσθηκε με το χριστιανό ιερέα Ερμόλαο [εορτάζει 26 Ιουλίου] και συνδέθηκε μαζί του με ιερή φιλία και αγάπη. Είναι μεγάλο ευεργέτημα στα νεανικά και κρίσιμα χρόνια του να πέσει κανείς στα χέρια ενός αγίου συμβούλου και παιδαγωγού.
Ο Παντολέων με τα σπέρματα μέσα του της πίστης και της ευσέβειας και με τη σοφή χειραγωγία του Ερμολάου, σπούδασε την ιατρική, κι ήταν τώρα ένας νέος, γεμάτος ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον που τον περίμενε. Ένας αριστοκράτης, υγιής, ωραίος και πλούσιος νέος και γιατρός.
Μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Παντολέων, με την προτροπή και του ιερέα διδασκάλου του Ερμολάου, απελευθέρωσε τους δούλους του, πούλησε την περιουσία του και τη μοίρασε στους φτωχούς κι άρχισε να ασκεί το έργο του γιατρού. Θεράπευε και φρόντιζε τους αρρώστους, χωρίς να παίρνει και να δέχεται χρήματα. Εκτελούσε έτσι την εντολή του Ιησού Χριστού, όταν έστελνε τους Αποστόλους στο κήρυγμα και τους έλεγε· «δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε». Ο άγιος Παντελεήμων είναι ο γιατρός ο «μιμητής υπάρχων του Ελεήμονος», δηλαδή του Ιησού Χριστού.
Το 303 ξέσπασε ο διωγμός κι ο άγιος Παντελεήμων, από φθόνο συναδέλφων του γιατρών, βρέθηκε κατηγορούμενος ως χριστιανός. Όταν ανακρίνεται από τον ίδιο το Διοκλητιανό, ο Παντολέων απαντά με πίστη και θάρρος· «Είμαι χριστιανός! Ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός!», Τότε ο αυτοκράτορας του λέγει· «Λυπούμαι τα νιάτα σου, Παντολέον. Θυσίασε στους Θεούς, για να μην έχεις την τύχη όσων, που ως τα τώρα πήγαν χαμένοι». Κι ο Παντολέων έδωκε την τελευταία απάντηση· «Ούτε με υποσχέσεις ούτε με απειλές με κερδίζεις, Βασιλιά. Δεν θα προδώσω το Χριστό, για τον οποίο μακάρι να αξιωθώ να πεθάνω».
Έξαλλος από θυμό, ο Διοκλητιανός παρέδωσε τον Παντολέοντα στα χέρια των βασανιστών. Τον έδειραν και του ξέσχισαν το σώμα· τον έκαψαν με λαμπάδες και τον βούτηξαν σε βρασμένο μολύβι· τον έρριξαν για να τον κατασπαράξουν τα θηρία. Σε όλα ο Θεός τον φύλαξε, ώστε να θαυμάζουν οι βασανιστές και να ομολογούν κι αυτοί το Χριστό. Το τέλος ήταν ο αποκεφαλισμός. Τη μια ημέρα αποκεφαλίστηκε ο ιερέας Ερμόλαος και την άλλη ο γιατρός Παντολέων. Τη στιγμή που έπεφτε η κεφαλή του, ακούστηκε φωνή από τον ουρανό· «Από σήμερα Παντελεήμων θα είναι το όνομά σου»! Όνομα, που ταιριάζει στο γιατρό, ο οποίος άσκησε τη φιλάνθρωπη επιστήμη του «μιμητής υπάρχων του Ελεήμονος». Αμήν.

Πηγή: +Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, Εικόνες έμψυχοι, εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 249-251).

 http://www.pemptousia.gr/2012/07/%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%80/


Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Τα θαύματα του Χριστού και ο φθόνος των διεφθαρμένων Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε Σεραφείμ



Η  Ευαγγελική Περικοπή αυτής της Κυριακής αναφέρεται στα θαύματα της θεραπείας δύο τυφλών και ενός δαιμονισμένου κωφάλαλου από τον Ιησού Χριστόν.
Η Εκκλησία μας με την αναφορά της στα θαύματα του Χριστού μας τονίζει ότι μόνον μέσω του Ιησού γνωρίζουμε τον αληθινόν Θεό, που μας λυτρώνει από την αμαρτία και το θάνατο.
Το θαύμα προκαλεί θαυμασμό και κατάπληξη. Η πίστη μας ενισχύεται για να ακολουθήσουμε στη ζωή μας τον Ιησού Χριστό, το παράδειγμα των μαθητών του και τη ζωή των αγίων μας.
Ο σκοπός ενός θαύματος είναι πάντοτε σωτηριολογικός. Για παράδειγμα μια διάσωση από ένα επικείμενον κίνδυνο, όπως ήταν η διάβαση των Εβραίων διά μέσου της Ερυθράς θάλασσας, ή όπως στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή, που έχουμε τη θεραπεία ασθενών ανθρώπων.
Ο κύριος σκοπός ενός θαύματος είναι η φανέρωση της δυνάμεως του Θεού για να πιστέψουμε και να σωθούμε. ΄Ετσι το θαύμα κατανοείται ως ένα γεγονός που ανάγεται στη σφαίρα του Θεού.
Το θαύμα λοιπόν, είναι οι ηλιακτίδες της δόξας του Θεού που φωτίζουν και καλυτερεύουν τη ζωή μας και κατά συνέπεια τη κοινωνία μας. ΄Ετσι αν το θαύμα έχει τόση μεγάλη σημασία στη ζωή μας, πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει το πρόσωπο του Ιησού που επιτελεί τα θαύματα, ως ο αληθινός και μοναδικός Θεός, που μπορεί να μας λυτρώσει και να μας οδηγήσει στην αιώνιον ζωή.
Στο πρόσωπο του Χριστού εκπληρώνεται η προφητεία του προφήτου Ησαΐα: «Αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τους νόσους εβάσταξεν.» Επίσης το όνομα του Χριστού «Ιησούς» μεταφραζόμενο από την Εβραϊκή του προέλευση σημαίνει: «Κύριος σώζει».
Η εκπλήρωση της αποστολής του Ιησού Χριστού έχει λυτρωτικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο και εντάσσεται στο όλο σχέδιον της εν Χριστώ θείας οικονομίας για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το πρόσωπο και το έργο του Χριστού κατανοούνται πληρέστερα μόνο μέσα στα πλαίσια του σχεδίου αυτού. Η διδασκαλία του Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου επισφραγιζόταν συνήθως με θαύματα, που αναδεικνύουν τη θεία δύναμη και τον λυτρωτικό χαρακτήρα του όλου έργου του Χριστού.
΄Οταν ο γέρων Συμεών την ημέρα της Υπαπαντής πήρε στις αγκάλες του τον Ιησούν ως Βρέφος, προφήτευσε ότι θα αποτελέσει σημείον αντιλεγόμενον. Οι ευσεβείς άνθρωποι θα τον ακολουθήσουν και θα σωθούν. Οι ασεβείς θα τον αρνηθούν και θα τον σταυρώσουν, οδηγώντας τους εαυτούς τους στο δρόμο της απωλείας.
΄Ετσι και στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή, με τα θαύματα που επιτελεί ο Ιησούς, βλέπουμε άλλους να τον υμνούν και να τον δοξάζουν και άλλους, όπως τους Φαρισαίους, να τον δυσφημούν, να τον κατηγορούν και να τον συκοφαντούν.
Μήπως δεν συμβαίνει αυτό και στην εποχή μας με τους κληρικούς μας που η πρωταρχική αποστολή τους είναι να μας μεταδίδουν τον λόγον του Θεού, κι άλλοι τους εκτιμούν και άλλοι τους συκοφαντούν;
Ενώ το θαύμα της θεραπείας των τυφλών έγινε ενώπιον όλων, μόνο οι τυφλοί πνευματικά Φαρισαίοι απέρριψαν την αγιαστική δύναμη του Θεού. ΄Αλλωστε επανειλημμένα ο Χριστός είχε ονομάσει τους Φαρισαίους ως μωρούς και τυφλούς. Με τη στάση τους φάνηκε όλη η κακία που φώλιαζε μέσα τους. Νόμιζαν ότι με τη παρουσία του Χριστού εθίγοντο τα συμφέροντά τους, με την έννοια ότι ο λαός θα ξέφευγε πλέον από τον έλεγχόν τους. Γι’ αυτό ζηλεύουν και φθονούν τον Χριστόν.  Η προκατάληψή τους, τους τυφλώνει, βλέποντας τα πάντα με εμπάθεια, με κακία και καχυποψία.
Πίσω ακόμη κι από τις πιο θεάρεστες πράξεις βλέπουν ελατήρια σκοτεινά, ύποπτα κι αμαρτωλά. Είναι γι’ αυτό που συνήθως όποιος διακατέχεται από προκατάληψη εξελίσσεται σε διώκτη. ΄Οπως ακριβώς συνέβη με τους Φαρισαίους, που στο τέλος με το Συνέδριόν τους και τις ενέργειές τους κατάφεραν να σταυρώσουν τον Χριστόν.
΄Ετσι στα πρόσωπα των Φαρισαίων και των κάθε συκοφαντών υπάρχει ένας συνδυασμός κακίας, ζήλιας, προκατάληψης και εμπάθειας, που στην πραγματικότητα αποτελούν εκείνα τα στάδια που οδηγούν στη ψυχική τύφλωση.
Αυτή η ψυχική τύφλωση οδηγεί στη συνέχεια στη διαστρέβλωση της αλήθειας, στη παραποίηση της πραγματικότητας και στη κατασυκοφάντηση του καλού, και κατά συνέπεια στη κατασυκοφάντηση όσων εκπροσωπούν αξίες και ιδανικά. Τους φθονούμε και τους υποθάλπτουμε συνέχεια γινόμενοι δυστυχώς όργανα του διαβόλου.
Βλέπουμε, λοιπόν, τους Φαρισαίους στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή να προσπαθούν να συκοφαντήσουν τον Χριστόν και να διαστρεβλώσουν την αλήθεια για τα δύο θαύματα, που έκανε πριν λίγο ενώπιον όλων με τη θαυματουργική θεραπεία των δύο τυφλών και του κωφάλαλου δαιμονισμένου.
΄Αρχισαν οι Φαρισαίοι με κακία και πονηρόν τρόπο να λένε για το Χριστό ότι με τη δύναμη των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια. Οι Φαρισαίοι αποκαλούν τον Αρχηγό του Φωτός αρχηγόν του σκότους. Αποκαλούν τον Θεόν διάβολον. Ακούγοντας τη κατασυκοφάντηση αυτή του Χριστού  από τους Φαρισαίους παίρνουμε θάρρος και παρηγοριόμαστε, όσοι από μας κακολογούνται και χλευάζονται για το όνομα του Χριστού. ΄Οσοι αγωνίζονται για το μήνυμα του Ευαγγελίου και για την υπόθεση της αλήθειας τους περιμένουν ονειδισμοί, κοροϊδίες, χλευασμοί και συκοφαντίες. Αυτοί οι ονειδισμοί, όμως, στη πραγματικότητα κατά τη μαρτυρία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αποτελούν πηγή χαράς και μεγαλείου. «Μακάριοι έστε όταν ονειδίδωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ ημών ψευδόμενοι ένεκεν εμού.» Ας μας κατηγορεί άδικα και ψεύτικα ο κόσμος. Θα παρέλθει κι αυτό, όπως παρήλθαν και οι Φαρισαίοι.
«Η ζωή μας», όπως έλεγε κι ο Γκάντι, «είναι το μήνυμά μας.»
Στα Ευαγγέλια επανειλημμένα φαίνεται η αντίδραση των Φαρισαίων στο έργο του Χριστού, ερμηνεύοντας τα θαύματά του αρνητικά. Δεν τολμούσαν να τα αρνηθούν, αλλά τα παρερμήνευαν, επιδιώκοντας να αποπροσανατολίσουν το λαό, απομακρύνοντάς τον από τον Ιησούν.

Οι Φαρισαίοι περιορίζονται τελικά να χύνουν φαρμάκι από τα χείλη τους κατηγορώντας τον Χριστό ότι με τη δύναμη των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.
΄Οταν συκοφαντείται ο Χριστός είναι αναμενόμενο να συκοφαντείται και να βλασφημείται και η Εκκλησία του. Ο Κύριος αγνοεί τους Φαρισαίους. Περιέρχεται πόλεις και χωριά. Κηρύττει το Ευαγγέλιον και θεραπεύει «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» Αυτή ήταν η πορεία των Αποστόλων. Αυτή ήταν η πορεία των αγίων μας. Αυτή είναι η πορεία των κληρικών μας.
Αγνοώντας τις συκοφαντίες τις κακολογίες και την εχθρότητα, πορευόμαστε μέσα στο λαό ευεργετώντας και βοηθώντας τους ανθρώπους που χρειάζονται ηθική και υλική στήριξη.
Το αμάρτημα, λοιπόν, της συκοφαντίας δυστυχώς δε το είχαν μόνο οι Φαρισαίοι τότε. Το έχουν, όπως είπαμε, κι ορισμένοι ανάμεσά μας. Υπάρχουν και σήμερα Φαρισαίοι που φθονούν με κάθε τρόπο αφήνοντας το δηλητήριον της συκοφαντίας και της κακίας τους να ξεχυθεί πλουσιοπάροχα. Ως συνήθως οι συκοφαντίες τους προέρχονται από εμπάθειαν, κακία και εκδίκηση.
Το έργο μας για ένα καλύτερο κόσμο που θα μας οδηγήσει στο Παράδεισον δεν πρέπει να σταματήσει. ΄Οπως μας λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος οι συκοφαντίες είναι σαν τα άχυρα. ΄Οπως τα άχυρα προς στιγμή σκεπάζουν τα αναμμένα κάρβουνα, έτσι και οι συκοφαντίες θα καούν, όπως τα άχυρα, και η αλήθεια θα λάμψει, όπως η φωτιά.
Φαίνεται τελικά ότι αιτία της συκοφαντίας είναι το ατομικό συμφέρον ή το συμφέρον μιας ομάδος σε βάρος των πολλών. ΄Ενας συμφεροντολόγος συκοφαντεί τους άλλους που βρίσκονται επικεφαλής ή στο κύκλο του με απώτερον σκοπόν να αμαυρώσει τη προσωπικότητα του στη συνείδηση των άλλων μέχρι να τον εξοντώσει για να επωφεληθεί και να αναδειχθεί αυτός. Στη πραγματικότητα αυτός ο χαρακτήρας συμπεριφοράς εκφράζει έναν άπιστον άνθρωπον, ελεεινόν και τρισάθλιον, που ξεχνά την πρόνοια του Θεού και το αποτέλεσμα είναι συνήθως η αυτοκαταστροφή του με ένα αναπάντεχο κτύπημα από τη ζωή που ανοίγει μια πληγή, που δεν κλείνει ποτέ της.
http://nefthalim.blogspot.gr/2012/07/blog-post_5108.html

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

ΜΝΗΜΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ



†Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου


«Υμείς εστέ το φως του κόσμου.»
Στην Ακολουθία του Όρθρου, αγαπητοί αδελφοί, μνημονεύσαμε τους εξακόσιους τριάκοντα Αγίους Πατέρες, επισκόπους, ιερείς και μοναχούς, οι οποίοι το έτος 451 μ.Χ., όταν ήταν αυτοκράτορας ο Μαρκιανός και η ευλαβής γυναίκα του η Πουλχερία (πολλά έχουν κάνει οι ευσεβείς γυναίκες), βασιλείς που διακρίνονταν προπάντων για την ευαισθησία της πίστεώς τους, απεφάσισαν να συγκροτήσουν την Τετάρτη (Δ’) Οικουμενική Σύνοδο, για να καταπολεμηθεί η αίρεση του Μονοφυσιτισμού και έγινε η Σύνοδος αυτή στη Χαλκηδόνα.
Η Χαλκηδόνα είναι απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Σήμερα είναι μία πόλη, τότε ήτανε προάστιο. Εκεί είχε μαρτυρήσει η Αγία Ευφημία και ήτο τεράστιος ναός, τον οποίον είχε φτιάξει ο Μέγας Κωνσταντίνος. Εκεί μέσα, λοιπόν, σ’ αυτόν το ναό συγκεντρώθηκαν εξακόσιοι τριάντα Άγιοι Πατέρες και μελέτησαν τα θέματα της πίστεώς μας και ιδίως σε ό,τι αφορά στο πρόσωπο του Χριστού μας. Αυτή είναι η Τετάρτη εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος.
Προς τιμήν τους ψάλαμε ωραιότατα τροπάρια από χθες το βράδυ, στον Εσπερινό, και σήμερα το πρωί. Π.χ. «Των Αγίων Πατέρων ο χορός…» (Μηναίον Ιουλίου, Κυριακή Αγίων Πατέρων, Δοξαστικό των αίνων), οι οποίοι συνήλθαν και μας διέσωσαν την πίστη. Προς τιμήν τους διαβάζουμε και ειδική Ευαγγελική Περικοπή, την οποίαν ακούσατε.
Θέλω να υπογραμμίσω μερικά πράγματα σ’ αυτή την περικοπή. Είναι λόγια, τα οποία είπε ο Κύριός μας.
Ισχύουν για τους μαθητάς Του κατ’ αρχάς, κατόπιν για τους διαδόχους τους, τους ιερείς, τους επισκόπους και κατ’ επέκταση για όλους τους χριστιανούς. Αρχίζει ο Κύριος και λέει στους χριστιανούς όλους: «Υμείς εστέ το φως του κόσμου» (Ματθ. Ε’, 14). Μεγαλύτερη τιμή για τον άνθρωπο δεν υπάρχει, αγαπητοί. Τί θέλετε να γίνει ο άνθρωπος; Θέλετε να γίνει βασιλιάς; Θέλετε να γίνει σοφός επιστήμων, δοξασμένος στρατηγός; Ας γίνει ό,τι θέλετε.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή απ’ αυτό που λέει ο Κύριος, ότι δηλαδή εσείς είστε το φως του κόσμου! Και να σκεφτείτε ότι αυτά τα λόγια τα είπε ο Κύριος πρώτα για τον εαυτόν του. Λέει ο Κύριος: «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου». Γράφεται πολλές φορές στο Ευαγγέλιο που κρατεί ο Κύριός μας στην εικόνα δίπλα από την Ωραία Πύλη: «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου». Ο Χριστός είναι το Φως του κόσμου. Τώρα λέει:
Εσείς οι μαθηταί μου, οι χριστιανοί, είστε το Φως του κόσμου. Τι μεγάλη τιμή για τον άνθρωπο! Τέτοιο Φως του κόσμου υπήρξαν οι άγιοι Απόστολοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας• και τέτοιοι πρέπει να είναι όλοι οι χριστιανοί.
Τους λέει στη συνέχεια ότι το φως πρέπει να φωτίζει. Όταν ανάβουμε ένα φως, δεν το κουκουλώνουμε κάτω από ένα τραπέζι ούτε κάτω από ένα κρεβάτι, αλλά το βάζουμε επάνω στο λυχνοστάτη για να φέγγει σ’ όλη την οικία και να φωτίζει. Τέτοιο φως πρέπει να είναι οι χριστιανοί, για να βλέπουν οι άνθρωποι τα καλά τους έργα και να δοξάζουν τον Πατέρα τον επουράνιο. Αυτό έκαναν οι Άγιοι Πατέρες.
Εάν δεν γινόταν αυτή η Σύνοδος, θα μας είχε παρασύρει η αίρεση. Σκεφθείτε δε πως οι αιρετικοί έλεγαν πράγματα απαράδεκτα. Επρέσβευαν ότι ο Χριστός μας είναι Θεός μόνον. Γεννήθηκε άνθρωπος, αλλά μετά ήρθε η θεία φύση κι απερρόφησε την ανθρώπινη. Επειδή λοιπόν ο Θεός είναι φωτιά, η ανθρώπινη φύση κάηκε μέσα στη φωτιά τη θεϊκή. Κι έτσι ο Χριστός έμεινε μόνο Θεός.
Αυτό, όταν το πρωτοακούσει κανείς, λέει ότι είναι σωστό. Αλλά οι ΆΑγιοι Πατέρες διεκήρυξαν:
Όχι, δεν είναι έτσι. Ο Χριστός μας έχει δύο φύσεις. Και τούτη την ώρα που μιλάμε, εκεί στον ουρανό που ευρίσκεται, είναι Θεός και είναι και άνθρωπος μαζί (Πρβλ. Σύμβολο της Πίστεως, άρθ. β’ καί γ’). Γιατί επέμειναν σ’ αυτό οι Πατέρες; Γιατί έτσι θεώνεται και δοξάζεται η ανθρώπινη φύση.
Για σκεφτείτε, αδελφοί μου, την ανθρώπινη φύση μας, δηλαδή να την πάρει ο Χριστός μας και να την ανεβάσει στον ουρανό! Να την καθίσει δεξιά του θρόνου του Πατέρα και εκεί να τη θεώσει!
Εάν είχε καεί, όπως λέγανε οι αιρετικοί, και είχε εξατμιστεί η ανθρώπινη φύση μέσα στη θεϊκή, πώς θα θεωνόταν; Γι’ αυτό οι Άγιοι Πατέρες είπαν: Όχι, δεν απορροφήθηκε ούτε εξατμίσθηκε η ανθρώπινη φύση, αλλά ο Χριστός έμεινε Θεός και άνθρωπος.
Ακέραιη η θεϊκή φύση; Ακέραιη και η ανθρώπινη φύση. Ανελήφθη στους Ουρανούς ο Θεός; Ανελήφθη και η ανθρώπινη φύση μαζί με τη Θεία και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα (Πρβλ. Πεντηκοστάριον, Στιχηρό Δοξαστικό του Εσπερινού της Αναλήψεως). Έτσι οι Πατέρες μας έσωσαν από την αίρεση.
Πώς τα κατάφεραν αυτοί; Εδώ είναι τώρα το θέμα που πρέπει εμείς να προσέξουμε. Πώς οι Άγιοι αυτοί έγιναν τέτοια φώτα, ώστε να φωτοβολήσουν και να διασώσουν την πίστη; Πώς ο κάθε ένας από μας θα γίνουμε τέτοιοι; Υπάρχει μόνον ένας τρόπος. Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Φωτισθήναι δει πρώτον καί είτα φωτίσαι» (Gregorious Nazianzenus Theol, Apologetica, Orat. 2,, 35, 480, 25 TLG). Πρέπει πρώτα να δεχθούμε το Φώς εμείς. Να το πω απλούστερα.
Πρέπει να ενωθούμε με την πηγή του φωτός, για να γίνουμε εμείς φως και να είμαστε φωτεινοί άνθρωποι. Για να γίνουν οι Άγιοι Πατέρες φώτα, που φώτισαν όλη την Οικουμένη, ενώθηκαν με την πηγή του φωτός. Χρειάζεται, αδελφοί μου, προσέξτε το, όχι απλώς να έχουμε ένα σύνδεσμο με το Χριστό, αλλά να κολλήσουμε, να ταυτιστούμε, να ενσωματωθούμε επάνω στο Χριστό. Δεν σας το λέω εγώ. Οι Άγιοι το λένε. Λέει ο άγιος Συμεών: «… όλον τον Χριστόν εν εαυτοίς ολοτελώς κτησάμενοι, έργω και πείρα και αισθήσει και γνώσει και θεωρία» (Συμεών Ν. Θεολόγος, τα ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ Μετ. Ζαγοραίου, λόγος 54, σελ. 274). Πρέπει το Χριστό να τον αγκαλιάσουμε μέσα μας και να γίνει ο νους μας Χριστός, η σκέψη μας Χριστός, η ζωή μας Χριστός, οι εκδηλώσεις μας Χριστός. Ολόκληρη η ύπαρξή μας να γίνει Χριστός. Τόσο πολύ πρέπει να κολλήσουμε επάνω στο Χριστό. Λέει ένας άλλος Άγιος: «Φως όλοι γεγονότες θείον, ως θείου φωτός γεννήματα» (Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος εις τα Άγια Φώτα ΕΠΕ 5, 74), θα κολλήσουμε πάνω στο θείο Φως, για να είμαστε γεννήματα, για να είμαστε ακτίνες του θεϊκού φωτός.
Αυτό έκαναν οι Άγιοι και έτσι έγιναν άγιοι. Έτσι πρέπει να γίνουμε κι εμείς. Πρέπει να ταυτιστούμε, να κολλήσουμε, όπως σας είπα προηγουμένως, να προσεγγίσουμε το Χριστό μας. Όσο περισσότερο προσεγγίζουμε, τόσο περισσότερο φωτιζόμαστε. Όποιος από μας πλησιάσει περισσότερο το Χριστό, έρθει κοντά στο Χριστό, κολλήσει επάνω στο Χριστό, ταυτίσει την ύπαρξή του με το Χριστό, αυτός θα είναι πιο φωτεινός από όλους. Λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας: Το πρώτο φως είναι ο Θεός, το δεύτερο φως είναι οι άγγελοι. Γιατί είναι οι άγγελοι το δεύτερο φώς; Γιατί οι άγγελοι είναι μετά από το Θεό. Είναι κολλημένοι επάνω στο Θεό οι άγγελοι. Μετά το Θεό και μετά τους αγγέλους έρχονται οι άνθρωποι και όσοι προπάντων έχουν περισσότερο φως, όσοι έχουν κολλήσει πιο πολύ επάνω στο Φως. Ακούστε: «Πρώτον Φως ο Θεός. Δεύτερον οι άγγελοι. Τρίτον γαρ φως ο άνθρωπος. Και ημών αυτών οι θεοειδέστεροι και μάλλον Θεώ πλησιάζοντες» (Gregorious Nazianzenus Theol, In sanctum baptisma, Orat. 40, 36, 364, 21, TLG). Οσοι πιο πολύ πλησίασαν στο Θεό απ’ τους ανθρώπους και όσοι πιο πολύ ταυτίστηκαν με Αυτόν, αυτοί έγιναν και πιο πολύ Φώτα, τα οποία με τη ζωή τους φωτίζουν και φαίνονται τα σκοτάδια που υπάρχουν. Γιατί άμα έχεις ένα φως, κάνεις μια σύγκριση και λες: Κοίταξε το φως. Πω πω, από κει το σκοτάδι! Το φως, δηλαδή, δείχνει το σκοτάδι. Όταν ο χριστιανός είναι φωτεινός, τότε φαίνεται σε τι σκοτάδια είναι οι άνθρωποι οι άλλοι, που είναι μακράν του Θεού, οι άπιστοι. Και συγχρόνως ο φωτεινός δείχνει το δρόμο, τον οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε.
Εκείνο που χρειάζεται να προσέξουμε είναι ότι θα φωτίζουμε ο καθένας μας πρώτον «πάσι τοις εν τη οικία» (Ματθ. Ε’, 15). Λέει ο Χριστός μας: Θα πάει το φως επάνω στο λυχνοστάτη, για να φωτίσει «πάσι τοις εν τη οικία». Θα φωτίσουμε πρώτα μέσα στο σπίτι μας. Αν είμαστε φως, αν είμαστε κολλημένοι πάνω στο φως του Χριστού, θα είμαστε φωτεινές εστίες, φωτεινοί λαμπτήρες πρώτα μέσα στο σπίτι μας. Θα φωτιστούν τα παιδιά μας, θα φωτιστεί ο άντρας μας, θα φωτιστεί η γυναίκα μας, θα φωτιστούν οι γονείς μας, θα φωτιστεί το συγγενολόι μας. Πολλοί από μας είναι χριστιανοί έξω απ’ το σπίτι, είναι καλοί έξω απ’ το σπίτι.
Πολλοί καλοί άνθρωποι είναι έξω απ’ το σπίτι ευγενείς, προσεκτικοί, τίμιοι στις συναλλαγές, στο μαγαζί. Μέσ’ το σπίτι, ο Θεός να σε φυλάει. Γίνονται κακοί, γίνονται γκρινιάρηδες, γίνονται τζαναμπέτηδες, γίνονται ό,τι κακό θέλεις. Μέσα στο σπίτι πρώτα θα δείξεις τον καλό εαυτό σου. Από ‘κει θα ακτινοβολήσεις, κι έπειτα μέσα σε όλο τον κόσμο. Ώστε, λοιπόν, πρέπει να είμαστε φωτεινοί άνθρωποι, κολλημένοι πάνω στο Χριστό και να ακτινοβολούμε από του Χριστού μας το Φως πρώτα μέσα στην οικία μας και κατόπιν μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Γιατί πρέπει να γίνεται έτσι; Γιατί; Για να δοξαστεί ο Θεός. «Όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. Ε’, 16). Όταν λέμε να γίνουμε φως, δεν το λέμε για να δοξαστούμε εμείς, αλλά θα γίνουμε φως, για να το βλέπουν οι άνθρωποι και να λένε «Δόξα τω Θεώ».
Είδατε εμείς απόψε τι κάνομε; Ψάλλουμε στους Αγίους. Αν προσέξατε, όλα τα τροπάρια καταλήγουν στη δοξολογία του Θεού. Γιατί θαυμάζουμε εμείς; Πώς υπήρξαν αυτοί οι Άγιοι; Λέμε «δόξα σοι, ο Θεός!» που αναδεικνύεις τέτοιους Αγίους μέσα στον κόσμο. Αν, λοιπόν, μας βλέπουν εμάς οι άλλοι άνθρωποι ότι είμαστε φώτα, που φωτίζουμε με τη ζωή μας, με τη συμπεριφορά μας, με τα λόγια μας, τελικά θα δοξάζεται ο Θεός. Ο Θεός θα δοξολογείται και Αυτός θα υμνολογείται. Αυτός είναι ο σκοπός για τον οποίον πρέπει να φωτιστούμε.
Λοιπόν, αδελφοί μου, παλαιά εδώ η Ελλάδα ήτανε μια χώρα φωτός. Ξεκίναγε φως από δω. Είδατε, έχει μείνει ένα υπόλειμμα. Όταν κάνουν ολυμπιακούς αγώνες – αυτό για σκεφτείτε το να δείτε τι σπουδαίο πράγμα είναι – και πρέπει να ανάψουνε μια δάδα, πάνε κάτω στην Ολυμπία, βάζουν κάτι φακούς εκεί και πιάνουν το φως απ’ τον ήλιο. Θέλουν να πάρουν το φως από την Αρχαία Ολυμπία, από την Ελλάδα. Μεγάλη τιμή είναι αυτό, σπουδαίο πράγμα για την πατρίδα μας! Αλλά δεν είναι αιώνιο. Δεν έχει και καμία τόσο πολύ μεγάλη σημασία με προέκταση στην αιωνιότητα. Κάποτε η Ελλάς ήτο φως και εξακολουθεί και σήμερα να ακτινοβολεί, αλλά αυτό κάποτε θα τελειώσει. Κάποτε ο κόσμος αυτός θα σβήσει. Κάποτε όλα τα του παρόντος κόσμου θα εξαφανιστούν. Ε, και το φως αυτό που φέρνουν απ’ την Ολυμπία, πάει κι αυτό. Θα σβήσει. Αλλά για σκεφτείτε όμως να είμαστε «το Φως το Αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ευχή Α’ Ώρας), όπως είναι ο Χριστός μας! Για σκεφτείτε να γίνουμε Φώτα αιώνια, τα οποία θα φωτίζουμε όχι πρόσκαιρα, προσωρινά, αλλά θα γινόμαστε αφορμή να ανάβει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, του συνανθρώπου μας – αυτού με τον οποίον ερχόμαστε σε επικοινωνία – το Φως της πίστεως, το οποίον έχει προέκταση στην αιωνιότητα! Έτσι γίνεται κι αυτή είναι η σημασία που έχει το Φως το αληθινό, το οποίον πρέπει να δώσουμε.

Να ευχηθούμε δια πρεσβειών των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, που σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει, να αξιωθούμε να γίνουμε τέτοια Φώτα, να ανάψει μέσα μας το Φως του Χριστού, να κολλήσουμε πάνω στο Χριστό, να διδαχθούμε πλούσια τα λόγια Του, να έρθουμε στην Εκκλησία Του, να ενωθούμε μαζί Του. Να ταυτιστούμε δια της πίστεως και της αγάπης με Αυτόν. Και τότε θα γίνουμε εστίες φωτός και θα δοξάζεται και δι’ ημών των ασθενών και αδυνάτων ανθρώπων το Άγιον Όνομα του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αμήν.


(Από το βιβλίο του † Αρχ. Χριστοδούλου Φάσσου, «Η Συγκατάβαση του Θεού και η Ευθύνη του Ανθρώπου», Εκδόσεις «ΤΑΩΣ» 2008)

 http://www.enromiosini.gr/uncategorized/1795-mnimi-paterwn-d-oikoumenikis-sinodou/